Wednesday, December 29, 2010

Ημερολόγια Ανάγνωσης

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 1

Δεν είχα διαβάσει ποτέ μου Παντελή Καλιότσο, μέχρι που ο φίλος μου Αντώνης Σουρούνης μου έστειλε το τελευταίο του βιβλίο. Ο Σουρούνης αγαπάει τον Καλιότσο, και όταν τον διάβασα   κατάλαβα γιατί. Έχουν πολλά κοινά αυτοί οι δύο συγγραφείς και στο ύφος και στην θεματολογία.

Ο Καλιότσος (γεννημένος το 1925) γράφει πολλά χρόνια, έχει εκδώσει αρκετά βιβλία για μεγάλους και παιδιά («Ξύλινα Σπαθιά»), έχει πάρει βραβεία. Πώς έγινε να μην τον έχω διαβάσει; Δεν έχω δικαιολογία… παρά μόνο την έλλειψη χρόνου. Προσπαθώ να παρακολουθώ και να ενημερώνομαι για πολλά σε πολλές γλώσσες – και το πληρώνω με παραλείψεις. Εδώ λοιπόν μου είχε προκύψει ένα σημαντικό κενό. Είναι ένας πηγαίος συγγραφέας με γλωσσική δύναμη και ζωντανό ύφος.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου του είναι χαρισματικός: «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω». Το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό αλλά δεν έχει σχέση με τις συνηθισμένες αυτοβιογραφίες που συνήθως εξωραΐζουν τον βίο των συγγραφέων τους. Το αντίθετο συμβαίνει εδώ – ο Καλιότσος γράφει για τη ζωή του (μία απίθανα σκληρή και δύσκολη ζωή, φτώχεια, ορφάνια, αρρώστια) σαρκάζοντας τους πάντες – αλλά κυρίως τον εαυτό του. Δεν είναι χιουμορίστας, το αντίθετο: είναι σατιρικός. Το χιούμορ σε διασκεδάζει, η σάτιρα πονάει. Θα μπορούσε να βγει μελό, αλλά έγινε σκέτη οργή.

Τίποτα δεν αφήνει όρθιο – έχει ήδη λυσσάξει και δαγκώνει άγρια. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Είναι άνισο αλλά γεμάτο πρωτόγονη δύναμη – αξίζει.

______________________________________________________

Παντελής Καλιότσος: «Ποιους θα δαγκώσω άμα ΛΥΣΣΑΞΩ – η αυτοβιογραφία μου σαν μυθιστόρημα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009.

______________________________________________________



Ημερολόγιο Ανάγνωσης 2

Αινίγματα και καθρέφτες

Είναι φίλοι δικοί μου, φίλοι μεταξύ τους – και συνεργάτες χρόνια. Έτσι αυτό το σημείωμα για τα δύο βιβλία που έβγαλαν ταυτόχρονα, δεν είναι αμερόληπτο. Άλλωστε αυτή η στήλη δεν είναι κριτική – είναι αυτό που επιγράφεται: Ημερολόγιο Ανάγνωσης. Πρόχειρα ριγμένες σημειώσεις για βιβλία που διάβασα (ή που ξαναδιάβασα).

Οι δύο φίλοι είναι ο Γιάννης Ευσταθιάδης (νέο βιβλίο: Ο Καθρέφτης) και ο Αχιλλέας Κυριακίδης (Κωμωδία). Μετά από τις αριστουργηματικές «Τεχνητές Αναπνοές» και τον «Καθρέφτη του Τυφλού», ο Κυριακίδης έγραψε μία νουβέλα αίνιγμα. Χρειάστηκε να την διαβάσω δύο φορές – πράγμα που δεν ήταν δύσκολο ούτε δυσάρεστο. Πρώτα διότι είναι σύντομη (60 σελίδες) και δεύτερο γιατί είναι απολαυστική σαν κείμενο. Η δεύτερη ανάγνωση ήταν χρήσιμη: το puzzle που έστησε ο συγγραφέας, όλο ανατροπές και εκπλήξεις, την χρειάζεται. Ένα σοφό διανοητικό παιχνίδι πιο σαρκαστικό παρά κωμικό, με διακειμενικές αναφορές και πολιτικές αιχμές καλά κρυμμένες αλλά απολαυστικές για τον «επαρκή αναγνώστη». Ο ήρωας Δ. Χ. (Δημόσιας Χρήσης;) περνάει τέσσερις καφκικές μεταμορφώσεις (όχι σε έντομο) που εκφράζουν όλη την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Αν ο Κυριακίδης επηρεάστηκε από την παιγνιώδη φαντασία του Μπόρχες (του οποίου είναι απαράμιλλος μεταφραστής) ο Ευσταθιάδης κινείται μέσα στην ποιητική του ευαισθησία. Οι καθρέφτες που πρωταγωνιστούν στα σύντομα πεζά του είναι ονειρικοί, μεταφυσικοί, ευεργετικοί ή ανθρωποφαγικοί. Δεν είναι απλώς οι απεικονίζοντες τα είδωλα των ανθρώπων, αλλά η συμπύκνωση των ψυχών τους. Τεχνίτης των ευαίσθητων τόνων (η θητεία του στη μουσική είναι εμφανής στη γραφή του) ο Ευσταθιάδης δημιουργεί ατμοσφαιρικές εικόνες μεγάλης ομορφιάς και δύναμης. Είκοσι δύο κείμενα που προχωρούν βαθαίνοντας στο μυστήριο και κορυφώνονται με τρόπο μαγικό.

Δύο βιβλία διαφορετικά, που όμως υπόγεια συγγενεύουν και επικοινωνούν απροσδόκητα.

_______________________________________________

Γιάννης Ευσταθιάδης: «Καθρέφτης». Εκδόσεις ΎΨΙΛΟΝ


Αχιλλέας Κυριακίδης: «Κωμωδία» Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

_______________________________________________




Ημερολόγιο ανάγνωσης 3

Το έπος της τρυφερότητας

Στον χώρο του Ελληνικού βιβλίου, ο Κυριάκος Ντελόπουλος (γ. 1933) είναι ένα φαινόμενο. Πατριάρχης της ελληνική βιβλιοθηκονομίας, πρωτεργάτης της βιβλιογραφίας και της φιλολογικής έρευνας – και μαζί καλός λογοτέχνης. Ο κατάλογος των δημοσιευμάτων του πιάνει 95 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Από το 1961 ως σήμερα έχει δημοσιεύσει 69 αυτοτελή βιβλία (8 βιβλιοθηκονομικά, 18 βιβλιογραφικά, 12 φιλολογικά-ερευνητικά, 5 φωτογραφικά (είναι και σπουδαίος φωτογράφος), 3 χιουμοριστικά, 1 παιδικό, 17 μεταφράσεις και 5 πεζογραφικά.

Τα τρία από τα τελευταία έχουν ως ήρωα τον Άκη (που είναι το παιδικό alter ego) του Ντελόπουλου. Το πρώτο, Ο Άκης και οι Άλλοι (1983), έκανε εννέα εκδόσεις, εικονογραφήθηκε από την Σοφία Ζαραμπούκα και μεταφράστηκε στα Ιταλικά και τα Ισπανικά.

Όλα αυτά είναι εντυπωσιακά σε ποσότητα και ποιότητα – αλλά να που τώρα, στα 77 του χρόνια, ο Κυριάκος Ντελόπουλος κάνει την έκπληξη και την υπέρβαση. Το τελευταίο βιβλίο με ήρωα τον Άκη (Άκης και Δωροθέα, 2010, Καστανιώτης) είναι ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα. Μέσα του υπάρχει η ζωντάνια, το χιούμορ και η άδολη ματιά των προηγούμενων βιβλίων, αλλά πέρα από αυτά εδώ προχωράει σε περιοχές δύσκολες ως και επικίνδυνες. Ξέρω πολύ λίγα βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία που να αναδεικνύουν το θέμα του εφηβικού έρωτα. Ο Ντελόπουλος το κάνει με μία απέραντη τρυφερότητα που ξεχειλίζει από κάθε σελίδα. Κι ούτε ένα λάθος βήμα – ούτε μία λάθος λέξη. Μου άφησε μία γλύκα βαθειά που κράτησε για πολλές μέρες.

_______________________________________________

Κυριάκος Ντελόπουλος: "άκης και δωροθέα", εκδόσεις Καστανιώτη
_______________________________________________


Ημερολόγιο Ανάγνωσης 4

Τα τρία καλύτερα

Κοιτώντας πίσω στη χρονιά αναζητώ τα βιβλία που μου άφησαν τις πιο δυνατές εντυπώσεις. Καταλήγω σε τρία.

Το πρώτο είναι αυτό για το οποίο έγραψα αναλυτικά στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση – το «Αδιανόητο Τίποτα» του Στέλιου Ράμφου. Ερεθιστικό βιβλίο που παραπέμπει σε χρόνους και κείμενα άγνωστα στους περισσότερους από εμάς – αλλά που φωτίζουν ικανά το σημερινό μας πρόσωπο.

Το δεύτερο είναι το πεζογράφημα ενός σημαντικού μας ποιητή. Βιβλίο που ευφραίνει, αποτελεί ταυτόχρονα και υπόδειγμα για το πώς μπορεί κάποιος να γράφει ποιητικά στον πεζό λόγο χωρίς να βαραίνει την πρόζα με άχρηστα ψιμύθια. Παλιά μιλούσαν για «πεζοτράγουδα», αναποδογύριζαν τη σειρά των λέξεων και πρόσθεταν πολλά επίθετα για να δίνουν ποιητικό βάρος. Τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται να κάνει ο Μιχάλης Γκανάς στο σύντομο βιβλίο του «…γυναικών». Με απέραντη τρυφερότητα και ευαισθησία πλάθει γυναικεία πορτρέτα, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα μάθημα οικονομίας λέξεων.

Το τρίτο – και καλύτερο – είναι η νουβέλα «Ο Τελευταίος Βαρλάμης» του Θανάση Βαλτινού. Ο πιο σημαντικός (για μένα) ζωντανός μάστορας του ελληνικού πεζού λόγου, φτιάχνει εδώ μία συναρπαστική ιστορία που κινείται ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα, κατασκευάζοντας μία νέα πραγματικότητα. Ήδη από παλιά, από τα «Στοιχεία για την Δεκαετία του ‘60», είχε δώσει δείγμα ενός νέου είδους που αντλεί τεκμήρια και ειδήσεις από την καθημερινότητα και την ιστορία - και συνθέτει με αυτά κάτι ανάμεσα σε ντοκιμαντέρ και μυθιστόρημα. Τα όρια του πραγματικού και του μύθου συγχέονται (αναφέρονται υπαρκτά πρόσωπα μαζί με επινοημένα) αλλά το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και ευεργετικό. Από τα λίγα βιβλία που σου αφήνουν μία επίγευση δημιουργικής πληρότητας.



________________________________________________________

Μιχάλης Γκανάς: «γυναικών» εκδόσεις Μελάνι


Θανάσης Βαλτινός: «Ο Τελευταίος Βαρλάμης» Βιβλιοπωλείο της Εστίας

________________________________________________________

Τα τρία πρώτα «Ημερολόγια δημοσιεύτηκαν στην LiFO



Sunday, December 26, 2010

Στέλιος Ράμφος: Ο ανιχνευτής του Νεοελληνικού Τίποτα

Φιλοσοφική σκέψη στην Ελλάδα; Ελάχιστη και μίζερη. Φιλοσοφική σκέψη από Έλληνες; Ναι, αλλά στο εξωτερικό.

Και οι πέντε σημαντικοί Έλληνες στοχαστές που έδρασαν στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σπούδασαν, δούλεψαν και δημοσίευσαν έξω. Οι Κώστας Παπαϊωάννου, Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός και Στέλιος Ράμφος στη Γαλλία και ο Παναγιώτης Κονδύλης στη Γερμανία. Από αυτούς μόνον ο Ράμφος επέστρεψε.

Δίδαξε ένα καιρό στη Γαλλία (στο Πανεπιστήμιο των Βενσέν) αλλά τελικά ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Η πρώτη περίοδος της σκέψης του ήταν φανατικά ελληνοκεντρική. Είχε όμως το θάρρος και την αυτοπεποίθηση, προχωρώντας και ερευνώντας, να αναθεωρήσει.

Στο τελευταίο του βιβλίο (Ονομάτων Επίσκεψις) προλογίζοντας παλαιότερα κείμενα γράφει (σ. 8) ότι σε αυτά υπάρχει: «ένας σαφής αντιδυτικός και αντινεωτερικός προσανατολισμός, ο οποίος προ πολλού δεν υφίσταται στα γραπτά μου – το αντίθετο μάλιστα». Οι σύντροφοί του εκείνης της εποχής δεν του συγχώρεσαν την μεταστροφή του και την εγκατάλειψη αυτού που σήμερα ονομάζει: «υπαρξιακορωμαντική αμφισβήτηση της Δύσεως».

Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε το 1939. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει πάνω από 30 βιβλία – τα τελευταία 20 στις εκδόσεις «Αρμός». Τον πρωτοδιάβασα το 1976. Ήταν ένα μικρό γοητευτικό βιβλίο: «Η Μουσική του Ηράκλειτου». Τον άλλο χρόνο διάβασα «Το Δαχτυλίδι του Γύγη» περιπλάνηση σε ένα παραμύθι του Πλάτωνα (με ωραίες εικόνες του Κυριτσόπουλου). Η παραγωγικότητά του αυξάνει με το χρόνο. Μέσα στα δύο τελευταία χρόνια έχει εκδώσει έξη βιβλία, τα περισσότερα πολυσέλιδα.

Φέτος κυκλοφόρησε «Το Αδιανόητο Τίποτα» ένα βιβλίο-σταθμός για την αυτογνωσία των Έλλήνων. Υπότιτλοι του βιβλίου: «Φιλοκαλικά Ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού – Δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας». Ένας τόμος 489 σελίδων μεγάλου σχήματος, πάντα σε πολυτονική παραδοσιακή γραφή (ως και υπογεγραμμένες) που ξεκινάει από τον Ευάγριο Ποντικό (345-399), για να καταλήξει στην σημερινή νεοελληνική συνθήκη (στη παρουσίαση του βιβλίου ο Ράμφος αναφέρθηκε ακόμα και στο ΔΝΤ). Σε μία εποχή που όλοι ψάχνουν για φταίχτες αυτός δείχνει ένδον.

Οι θέσεις στις οποίες καταλήγει ο συγγραφέας είναι γνωστές και από άλλα βιβλία του που μιλάνε για την σημερινή ελληνική πραγματικότητα. (Π.χ. «Μία καλοκαιρινή ευτυχία τρίζει», 1999, σελ. 99: «Αντίπαλός μας δεν είναι οι εξωτερικές συνθήκες και οι εχθροί – ο μεγάλος δυνάστης μας είναι ο εαυτός μας. Είναι η συναισθηματική μας λογική και η παθητική νοοτροπία του ομαδισμού μας».). Γι αυτόν, το ότι οι Έλληνες δεν έζησαν μία Αναγέννηση και έναν Διαφωτισμό, τους άφησε χωρίς ταυτότητα, χωρίς σύστημα αξιών, χωρίς εαυτό. Κυριαρχούνται εντελώς από το συναίσθημα, πράγμα που οδηγεί σε ένα μηδενισμό του λόγου. Αλλά χωρίς λόγο δεν χτίζεται ένας συγκροτημένος και ουσιαστικός εαυτός. Το «έλλειμμα εαυτού» είναι για τον Ράμφο εκείνο που οδηγεί στα άλλα ελλείμματα (ακόμα και τα δημοσιονομικά). Κυρίως οδηγεί στον μηδενισμό.

Ο μηδενισμός υπονομεύει τις σταθερές αξιακές μορφές του βίου. Οδηγεί σε ένα χάος από δράσεις και αντιδράσεις, καθαρά συναισθηματικές, εναλλασσόμενων μίσους και αγάπης. Συναισθηματική είναι και η επιβεβαίωση που ζητάει ο νεοέλληνας. Συνοδεύεται από απέχθεια στην εργασία, ροπή στην άνετη ζωή, αδιαφορία για κανόνες (εξ ου και η κυριαρχία της διαφθοράς). Το τρίπτυχο: διαδήλωση – ταβέρνα – τραγούδι, μας εκτονώνει συναισθηματικά και μας τρέφει ψυχικά.

Η διαφορά από άλλα σχετικά κείμενα του Ράμφου είναι ότι στο βιβλίο αυτό αναλύονται οι ρίζες (τα «ριζώματα») αυτής της νοοτροπίας. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, είναι θρησκευτικές. Ο συγγραφέας ερευνά και ανιχνεύει, σε μία συναρπαστική πορεία στην ιστορία της ορθόδοξης ησυχαστικής θεολογίας, όλες τις πηγές του προβλήματος. Εστιάζει στην «Φιλοκαλία» ένα βιβλίο-σταθμό που περιέχει κείμενα 10 αιώνων (από τον 4ο ως τον 14ο) και εκδόθηκε στα τέλη του 18ου για να καταπολεμήσει τον Διαφωτισμό – ντόπιο και εισαγόμενο – που τότε αναδυόταν στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Ράμφο «στο Βυζάντιο του 14ου αιώνος επήλθε διαζύγιο μεταξύ λόγου και πίστεως, με σοβαρά ιστορικά επακόλουθα» (σ. 461). Το συλλογικό επεκράτησε του ατομικού, το μεταφυσικό του φυσικού. Γράφει παρακάτω: «Την εμμονή στην υπερβατική διεκδίκηση ενός απόκοσμου κενού που εγγράφεται στην ψυχή σαν αδιανόητο τίποτα, πληρώνουμε αυτοτιμωρητικά επί αιώνες στην χριστιανική Ανατολή…» (σ. 468). Και αλλού: «Ως υπερφυσικό γεγονός, το ιδεατό μας κρατάει ανήλικους» (469).

Η Φιλοκαλία, «έργο καταστατικής σημασίας για τον νεότερο Ελληνισμό» (σ. 9) πέτυχε να υπονομεύσει τον Διαφωτισμό και τον Λόγο. Φτάσαμε στο «έλλειμμα εαυτού». Ένα βιβλίο σαν το «Αδιανόητο Τίποτα» – ίσως το σημαντικότερο της χρονιάς – μπορεί να μας κατευθύνει προς την αυτογνωσία. Ώστε να ενηλικιωθούμε και να γίνουμε κάποτε «σύγχρονα υποκείμενα» (η κατακλείδα του βιβλίου, στη σ. 470).

__________________________________________________________

Δημοσιεύθηκε στην LiFO της 23.12.10

Saturday, December 18, 2010

7 Χριστουγενιάτικες Ιστορίες

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανοίγω το σεντούκι με τα Χριστουγεννιάτικα και βγάζω τις 7 ιστορίες μου. Πολλοί τις ξέρουν, άλλοι θα τις δουν για πρώτη φορά. Αυτές έχω για τα χρόνια πολλά και αυτές δίνω. Καλές γιορτές!



Επτά Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες
                                      
Πρόλογος


Υπάρχουν  πολλών  ειδών  Χριστούγεννα.  Των  πιστών  και των αγοραστών. Τα κοσμικά και τα οικογενειακά. Τα φωτεινά και τα μελαγχολικά.

Υπάρχουν διάφορα τοπία για Χριστούγεννα.  Τα  βόρεια  -  με πάγο και χιόνι - και τα νότια - με φοινικιές και αστέρια.

Υπάρχει  ξεχωριστό  ύφος  Χριστουγέννων.  Του  Dickens ή του Παπαδιαμάντη. Των παραμυθιών ή των Ευαγγελιστών.

Ο κάθε άνθρωπος, κάθε χρόνο,  έχει τα δικά του Χριστούγεννα. Που, από πέρυσι σε φέτος, μπορεί να απέχουν αιώνες!

Για  μένα,  πάντως,  από  τότε που έπαψα να είμαι παιδί,  τα Χριστούγεννα είναι πάντα μνήμη. Μία γιορτή όπου επιστρέφω.

Τα Χριστούγεννα, θυμάμαι - και την Πρωτοχρονιά,  ελπίζω.  Κι όσο  περνάνε τα χρόνια,  τόσο περισσότερο θυμάμαι - και τόσο λιγότερο ελπίζω.

Αυτή τη  χρονιά  θέλω  να  θυμηθώ  μαζί  σας.  Όχι  πως  οι αναμνήσεις  μου  είναι  ιδιαίτερα  σημαντικές  - όλοι έχουμε ανάλογες.  Αλλά,  στην αγορά της καρδιάς,  τι άλλο έχει ένας
άνθρωπος από τις εμπειρίες του.  Τις χαρίζει, τις ανταλλάσσει - καμιά φορά τις εμπορεύεται.

Ανοίγω λοιπόν το σεντούκι των Χριστουγέννων και ξετυλίγω επτά ιστορίες.  Αρχίζοντας – πού  αλλού; – από  τα παιδικά μου χρόνια.


Ιστορία πρώτη

Αθήνα, Δεκέμβρης 1944. Τα Χριστουγεννιάτικα αυγά.

Είμαι  εννέα χρόνων,  δεν ξέρω τίποτα από Χριστούγεννα,  δεν έχω δει ποτέ έλατο,  μήτε στολίδια.  Έχουμε πολύ  πεινάσει  στην Κατοχή,  έχουμε  πουλήσει  παλιά  προγονικά κειμήλια γενεών,
έχουμε  ανταλλάξει  το  πιάνο  της  μάνας μου με ένα ντενεκέ λάδι.  Μα  αυτές  εδώ  οι  γιορτές  του  '44  είναι  οι  πιο παράξενες, συνοδευμένες από εκπυρσοκροτήσεις όπλων, εκρήξεις βομβών,  κροτάλισμα  μυδραλιοβόλων,  το  γλουγλούκισμα  των όλμων που περνάνε πάνω από το σπίτι.
       
Εμείς τα  παιδιά  έχουμε  χάσει  και  την  αλήτικη  κατοχική ελευθερία μας. (Τι κάναμε!  Παίζαμε με σφαίρες και καψούλια, με κάλυκες και μακαρόνια δυναμίτη!  Πατούσαμε απότομα με  τα πέταλα του τακουνιού μας την άκρη του μακαρονιού - κι έφευγε σφυρίζοντας σαν πυροτέχνημα.  Ποια πέταλα; Μα όλοι φορούσαμε σιδερένια  πέταλα στα χιλιομπαλωμένα παπούτσια μας για να μη λιώνουν. Και περπατώντας αντηχούσαμε σαν αυτούς που χορεύουν κλακέτες!)

Τώρα όμως μας έχουν μαντρώσει μέσα στο σπίτι «μη  σας  πάρει καμία  αδέσποτη».  Κι  αυτό δεν ήταν άδεια κουβέντα.  Λίγες ημέρες πριν, η ξαδελφούλα μου η Νίκη, με ξανθό ίσιο μαλλί ως τη μέση, δέχθηκε μία σφαίρα στον κατάλευκο κρόταφο.

Κλεισμένοι  μέσα,  χωρίς  φως  -  είχαμε  συνεχείς  διακοπές ρεύματος  -  καίγαμε μαγκάλι για ζέστη.  Ο πατέρας βρισκόταν στην Σκομπία - έτσι λέγαμε τότε το  κέντρο  της  Αθήνας  που
ελεγχόταν από τους Εγγλέζους του Σκόμπυ. Εμείς, είχαμε δίπλα μας  την  πολιτοφυλακή  του  ΕΛΑΣ.  Η  μητέρα  φοβόταν  τους Ελασίτες αλλά μία φορά που ήρθαν στο σπίτι, με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια τους, μας φέρθηκαν πολύ ευγενικά.

Ο πατέρας εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών  -  και  (έτσι θυμάμαι)  τον  είχε  καλέσει  ο  υπουργός  για  μία  έκτακτη δουλειά και δεν μπόρεσε να επιστρέψει.  Γεγονός πάντως πως μας έλειπε - και πως,  παραμονή Χριστουγέννων,   δεν  υπήρχε  ούτε  φως,  ούτε  ζέστη,  ούτε πατέρας. Μόνον όλμοι και βόμβες.

Καθόμασταν λοιπόν γύρω από την λάμπα του  πετρελαίου  (ακόμα νιώθω  την  μυρωδιά  της) όταν ξαφνικά ακούμε ένα κορνάρισμα έξω από το σπίτι. Παρά την απαγόρευση πετάγομαι στο μπαλκόνι - και τι να δω!  Ένα νοσοκομειακό του Ερυθρού  Σταυρού  στην πόρτα  μας  -  κι  ένας  εξάδελφος μου,  μεγαλύτερος, που μου γνέφει να κατέβω.

Κατρακυλάω τα σκαλιά.  Τα νοσοκομειακά  ήταν  τότε  τα  μόνα οχήματα  που ελευθεροκοινωνούσαν ανάμεσα στις δύο ζώνες.  Ο εξάδελφος έφερνε μήνυμα από τον πατέρα.  Ήταν καλά και  μας έστελνε για δώρο μία σοκολάτα και δύο αυγά.

Τώρα εσείς νομίζετε πως χάρηκα για τη σοκολάτα.  Όχι πολύ - είχα ξαναφάει μία, Αγγλική, στην απελευθέρωση. Το θαύμα ήταν τα αυγά.  Παιδί της κατοχικής πόλης,  είχα ξεχάσει πώς είναι ένα αυγό. Τα χάζευα, τα χάιδευα (τι τέλειο σχήμα που έχουν!) κι όταν τα βράσαμε και τα κόψαμε,  έμεινα εκστατικός μπροστά στο χρώμα και τη γεωμετρική συμμετρία του  κροκού  μέσα  στο ασπράδι.

Έτσι λοιπόν έγινε που,  αντί για πασχαλινό, εγώ χάρηκα τότε αυγό Χριστουγεννιάτικο.


Ιστορία δεύτερη

Δεκέμβριος 1951. Ο αρχάγγελος

Στο σχολείο,  γιορτή για τα  Χριστούγεννα.  Ετοιμάζουμε  μία μικρή  τελετή.  Εγώ θα διαβάσω το «Ποιμένες αγραυλούντες...» και μια ομάδα μαθητές και καθηγητές θα  παίξει  ένα  μουσικό
κομμάτι.  Πρώτη  φορά  ακούω  αυτή τη μελωδία και είναι τόσο αγνή, τόσο αγγελική, που πάντα ξεχνάω να μπω στην ώρα μου με το κείμενο.

Ρωτάω τον καθηγητή  που  οργανώνει  την  γιορτή  τον  μεγάλο μουσικολόγο  (εμείς  τον  παιδεύαμε σαν δάσκαλο της Ωδικής!) Μίνω  Δούνια.   Είναι,   μου  απαντάει,   το  Κοντσέρτο  των
Χριστουγέννων  του  Corelli. (Concerto opus 6, n. 8, σε σολ ελάσσονα fatto per la notte di Natale) Από τότε, κάθε φορά μου ακούω αυτή την μελωδία,  θυμάμαι τον Δούνια που αργότερα με  έμαθε να  αγαπώ και να καταλαβαίνω την μουσική.  Και θαυμάζω γιατί το μικρό όνομα του Corelli ήταν Arcangelo.  Αρχάγγελος  που ήρθε στη γη.



Ιστορία τρίτη

Μόναχο Δεκέμβρης 1959. Το κρύο και η ζέστη.

Για όλους - εκτός από τα παιδιά  - γιορτή σημαίνει ανάμνηση. Τα παιδιά, βέβαια, παρελθόν δεν έχουν - έχουν το ζωντανό παρόν. ('Όσο για το μέλλον, το έχουν κι αυτό, άλλά δεν το ξέρουν. Και ίσως, καλύτερα).

Εμείς, όμως, παρελθόν. Κάθε χρόνο και πιο φορτωμένο. («Θυμάσαι τα Χριστούγεννα του '73;» - «Θυμάσαι την Πρωτοχρονιά του '65;»).

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '59. Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Μόναχο - λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει. Ξαφνικά ζωντάνεψαν πάλι όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ - παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα, χιονισμένα έλατα στις πλατείες, χωριουδάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…

Για μένα όμως ήταν κακή χρονιά: πένθη, πικροί χωρισμοί, ατυχίες - έτσι όπως καμιά φορά έρχονται όλα μαζί τα δυσάρεστα. Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως, πως δεν θυμόμουν. Κυριακή άναψαν οι Γερμανοί κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent. Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της υποχρεωτικής, της αναγκαστικής χαράς - πόσο σκληρές  είναι γι' αυτούς πού δεν καταφέρνουν να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...

Ήμουν λοιπόν μόνος. Όχι μονάχα από τις περιστάσεις. Ήμουν θεληματικά, πεισματικά μόνος. Προτάσεις φίλων, προσκλήσεις, εκδρομές - τίποτα. Εξαφανίστηκα. Κι έμεινα παραμονή Χριστουγέννων στη σοφίτα μου (έκτος όροφος, σε μεταπολεμική φτηνοπολυκατοικία χωρίς ασανσέρ) να κοιτάω τον κεκλιμένο τοίχο.

Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία... 'Όλοι στα σπίτια γύρω από το  δέντρο, ψυχή στους δρόμους. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά  τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα - παλιά αναγεννησιακά ή μπαρόκ - και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Υπάρχουν πολλά καλούδια: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ. 'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά - ζεστά και πάνε στην εκκλησία ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπάχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια. Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους. Την άλλη μέρα θα έχει χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά.

Κι εγώ, στη σοφίτα μισούσα τον εαυτό μου κι όλο τον κόσμο. Είχα μία μπουκάλα κακό κονιάκ - μου χαλούσε το στομάχι άλλά γι' αυτό το έπινα. Έβαλα ραδιόφωνο: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα. Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία.  Είχα ένα δανεικό μαγνητόφωνο και είπα να την ηχογραφήσω. Πρωτόγονοι τρόποι: δεν είχε «έξοδο» το ραδιόφωνο - ηχογραφούσα με μικρόφωνο. Κάποια στιγμή (είχα ξεχάσει πώς ηχογραφούσα) ακούγοντας ένα κομμάτι, με πήραν τα κλάματα. Έχω ακόμα αυτή τη μαγνητοταινία - πάνω από τον Μότσαρτ ακούγονται λυγμοί.

Τελείωσε το μπουκάλι, ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος ξημερώματα στον καναπέ. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα. Ήταν έντεκα και μισή το πρωί. Ήμουν πιασμένος, παγωμένος, με ναυτία και πονοκέφαλο.  Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω μου. Το κουδούνισμα συνεχιζόταν επίμονο - ποιος διάβολος! Είδα κι απόειδα, άνοιξα. Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, άγνωστος. Μου συστήθηκε ευγενικά. Είπε πως είναι μακρινός συγγενής κάποιων γνωστών μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε ο άγνωστος - «να τους τιμήσω με την παρουσία μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι;»

Μουρμούρισα μερικές δικαιολογίες - ήμουν άρρωστος, άπλυτος, αξύριστος. Ό άγνωστος επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα σας περιμένω να ετοιμαστείτε». Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση. Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου. Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.

Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με κήπο στα περίχωρα του Μονάχου. Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας πανέξυπνος χιονάνθρωπος. Μετά γνώρισα τους χιονογλύπτες: ένα κοριτσάκι εννέα, ένα αγοράκι επτά χρόνων - ξανθόμορφα σαν αγγελούδια του Βαυαρικού μπαρόκ. Και ή μητέρα συμπαθέστατη. 'Όσο για τη χήνα, απαράμιλλη σε γεύση και γλύκα. Έλιωνε στο στόμα. Και υπήρχαν τα πάντα: κόκκινο κρασί και κόκκινο λάχανο, πατάτες φούρνου και γλυκιά σάλτσα με βατόμουρα, δύο γλυκά, κονιάκ (καλό!), καφές. Τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατα μου και τους είπα ελληνικά παραμύθια. Τραγουδήσαμε μετά όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια: Από τον Ουρανό Ψηλά, Ξεφύτρωσε ένα Ρόδο, Ελάτε Ποιμένες - μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.

Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο! Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο, υπήρχε και για μένα  καρτούλα με το όνομά μου. Μέσα στο κουτί ένα κομψό πορτοφόλι από μαύρο δέρμα. (Απένταρε φοιτητή - τι θα έβαζες μέσα;) 

Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα, ήπιαμε καφέ με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία. Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου. Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί από τους δικούς μου.

Κάποια στιγμή - από ευγένεια - είπα να  φύγω. Μα, καθίστε - όχι, όχι! Τελικά ο πατέρας προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο. «Θα μου κάνει καλό», είπε «μία βόλτα στο κρύο». Τα παιδιά με φίλησαν σχεδόν με πάθος. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Σκεπτόμουν το κρύο ακατάστατο δωμάτιο από το οποίο με είχε αποσπάσει και τρόμαζα. Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από το κρύο στη ζέστη!

Άρχισα λοιπόν να του λεω πόσο σημαντική ήταν για μένα  αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε: «Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσετε. Εμείς αυτό το κάνουμε  κάθε χρόνο. Έχουμε αναλάβει υποχρέωση να καλούμε έναν μοναχικό ή δυστυχισμένο. Φέτος μας έδωσαν το όνομά σας».

Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο. Το πορτοφολάκι βυθίστηκε μέσα στο χιόνι όπου το πέταξα. Κι άλλο κονιάκ δεν είχα στο δωμάτιο.



Ιστορία Τέταρτη                                   

1963 - Οι Πατέρες.

Μία  παρέα  φίλοι,  σκεπτόμαστε  να  κάνουμε Χριστούγεννα σε μοναστήρι.  Κάποιος  μας μιλάει για την Μονή Ιερουσαλήμ ψηλά στον Παρνασσό,  πάνω από την Δαύλεια.  Ωραία ιδέα  λέμε  και ξεκινάμε  προπαραμονή.  Ο ένας διαθέτει Ι. Χ. στριμωγνόμαστε και δρόμο.
         
Η αλήθεια είναι πως φύγαμε κομμάτι αργά.  Ο ήλιος κόντευε να δύσει  όταν  φτάσαμε  στην  Δαύλεια  -  και  όταν με το καλό σκαρφαλώσαμε τον απαίσιο λασπόδρομο ως την μονή  είχε  πέσει το  σούρουπο.   Μεγάλη  ταλαιπωρία  η  λάσπη,   πέντε  φορές αναγκαστήκαμε να κατέβουμε και να  σπρώξουμε  το  αυτοκίνητο που είχε κολλήσει.

Όταν   όμως   είδαμε   την  μονή  με  τα  καντήλια  της  να τρεμοσβύνουν στο σύθαμπο,  αναγαλλιάσαμε.  Ζέστη,  φαγητό και κατάνυξη - να τι ζητούσαν τα παγωμένα σώματα και οι άπληστες ψυχές μας.

Αλίμονο! Η μεγάλη κεντρική πύλη, ίδια καστρόπορτα σε τείχος, ήταν   θεόκλειστη.   Κορνάρουμε.   Μόνον   η  ηχώ  απαντάει. Ξανακορνάρουμε. Τίποτα. Χτυπάμε την πόρτα.  Καμία απόκριση.
Φωνάζουμε.  Σιωπή. Σηκώνουμε ολόκληρα αγκωνάρια και τα πετάμε στην μεταλλική πόρτα.  Αντιβουίζει το βουνό,  αλλά αντίδραση καμία.

Εν τω μεταξύ έχει νυχτώσει για τα καλά, κάνει άγριο κρύο και ο οδηγός μας αρνιέται να κατέβει νύχτα τον λασπόδρομο. 'Εχει δίκιο, δεν αστειεύονται οι γκρεμοί γύρω-γύρω. Κάτω έχει ψιλό
παγωμένο  χιόνι,   πως  θα  βγάλουμε  την  νύχτα;   Δύο  στο αυτοκίνητο,  δύο ξάπλα στη  γη  αγκαλιασμένοι  μέσα  σε  μία παλιοκουβέρτα,  που  βρέθηκε  στο  πορτμπαγκάζ  κι  ένας να
φυλάει τσίλιες μη μας ορμήξουν τίποτα λύκοι.  Αλλαγή βάρδιας κάθε τόσο. Δεν κοιμήθηκε βέβαια κανένας.

Χαράματα,  στις έξη ξαγρυπνισμένοι και παγωμένοι βλέπουμε να ανοίγει η βαριά σιδερόπορτα.  Βγαίνει ένας καλόγερος καβάλα σε μουλάρι. Αγανακτισμένοι τον περικυκλώνουμε - τόση φασαρία κάναμε, είναι δυνατόν να μην μας ακούσατε;

"Κάτι ακούσαμε", λεει ατάραχος ο καλόγερος, "αλλά δεν ξέραμε τι  ήτανε.  Κι  εσείς ευλογημένοι,  δεν φωνάζατε:  'Πατέρες! Πατέρες!' να καταλάβουμε πως ήσασταν  καλοί  Χριστιανοί,  να σας ανοίξουμε;"

Πέρασαν χρόνια, η παρέα σκόρπισε. Αλλά όποτε συντυχαίνουμε ο ένας  τον  άλλον  η  προσφώνηση  είναι  δεδομένη:  "Πατέρες! Πατέρες!"


Ιστορία Πέμπτη

1972 - Το δώρο της Πίπση.

Πρέπει τώρα να σας πω  την  ιστορία  μιας  γάτας.  Δεν  ήταν όμορφη,  ούτε χαδιάρα.  Ήταν ίσως η πιο άσκημη  και  άκομψη γάτα   που   έχω   γνωρίσει.   Μονοκόμματη  και  τραχιά  σαν
μπουλντόγκ.  Δεν ήταν καν δική  μου.  Όμως  μου  έκανε  ένα θαυμάσιο Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Ζούσα  τότε σε προάστιο της Αθήνας.  Το σπίτι,  μονοκατοικία παλιά και άβολη, ήταν απομονωμένο σε ένα ύψωμα.  Πίσω του το δάσος. (Τώρα έχει γίνει πολυκατοικίες!)

Το  παλιό κτίσμα είχε μείνει καιρό ακατοίκητο.  Ανήκε σε ένα γέροντα γιατρό, που ζούσε εκεί ολομόναχος. Είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο. Πέρασε και άλλος καιρός μέχρι να συμφωνήσω με τους   κληρονόμους  για  την  ενοικίαση  και  να  γίνουν  οι απαραίτητες επισκευές.

Για αρκετούς μήνες,  αφού μετακόμισα,  έβλεπα μία  γριά  και άσκημη γάτα που τριγύριζε συστηματικά το σπίτι. Βέβαια γάτες εκεί υπήρχαν πολλές - και  οι  δικές  μου  και  οι  τακτικές
επισκέπτριες  και οι περαστικές.  Όμως αυτή ήταν αλλιώτικη. Ούτε πλησίαζε πολύ ούτε απομακρυνόταν.  Βρισκόταν  πάντα  σε ίδια απόσταση από το σπίτι, σαν να ήταν δεμένη με ένα αόρατο σκοινί.  Στηνόταν απέναντι και κοιτούσε συνεχώς τα παράθυρα, με μάτια κουρασμένα,  κοκκινισμένα ενώ έβγαζε ένα χαμηλόφωνο μακρόσυρτο ήχο - κάτι ανάμεσα ουρλιαχτό και παράπονο.

Φερόταν  σαν  άγρια  γάτα  -  αλλά δεν έμοιαζε άγρια.  Όταν στηνότανε απέναντι στο παράθυρο της άνοιγα να μπει αλλά αυτή στεκόταν  εκεί  στην  ίδια  πάντα  απόσταση.   Αν  πλησίαζα, οπισθοχωρούσε,   χωρίς  να  τρομάζει  και  να  εξαφανίζεται. Έτρωγε  το  φαγητό  που της έδινα,  με τον όρο ότι πάντα θα σεβόμουνα την προκαθορισμένη απόσταση.  Αν  στεκόμουν  κοντά στο πιάτο, προτιμούσε να μείνει νηστική.

Το αίνιγμα  λύθηκε  όταν  μίλησα  με  την  κόρη  του  παλιού ιδιοκτήτη. 'Ηταν η γάτα του!  Η μοναδική του συντροφιά!  Την έλεγαν Πίπση κι ο γέροντας την υπεραγαπούσε.  Μόνο  που  την είχε τόσα χρόνια, που κανείς δεν φανταζόταν ότι ζούσε ακόμα. Πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνων -  υπέργρια.  Όταν πέθανε ο γιατρός,  δεν την βρήκαν στο σπίτι.  Το κλείδωσαν - κι ούτε που την σκέφτηκαν.  Κι εκείνη,  πήρε  τα  βουνά  και έγινε άγρια.

Δηλαδή,  το  σπίτι  που  έμενα ήταν το δικό της!  Έκανα ότι μπορούσα  να  την  πείσω  να  επιστρέψει   -   μάταια.   Δεν εμπιστευόταν κανένα.  Η χαϊδεμένη και καλομαθημένη, που γριά βρέθηκε στο δρόμο, επέζησε - αλλά δεν πίστευε πια σε τίποτα.

Μέχρι που ήρθαν Χριστούγεννα,  παραμονές και  ξαφνικά  ακούω ένα άλλο νιάου και βλέπω την Πίπση με την μύτη κολλημένη στο τζάμι.  Ανοίγω  το παράθυρο και - δεν πιστεύω τα μάτια μου - μπαίνει στο σπίτι.  Πρώτη φορά μπαίνει  στο  σπίτι,  μυρίζει δεξιά-αριστερά  με  μεγάλη  προσοχή,  ψάχνει  -  και  τελικά έρχεται  εκεί  που  καθόμουνα,  νιαουρίζει  παρακλητικά  και πηδάει  στην  αγκαλιά  μου.  Η Πίπση - που τηρούσε πάντα την απόσταση ασφαλείας, τα τρία μέτρα!

Είχε έρθει για να γεννήσει.  Μέσα στην  αγκαλιά  μου  πάλευε τρεις ώρες και έκανε τέσσερα μικρά γούνινα. Κάθισε δύο μήνες στο σπίτι,  τα μεγάλωσε,  τα ανάθρεψε - και μία μέρα τα πήρε
και εξαφανίστηκαν. Δεν την ξαναείδαμε ποτέ. Ούτε αυτά.

Δεν τα  πήρε  όλα  όμως.  Έμεινε  ένα,  το  γλυκύτερο,  που αργότερα   έγινε   η   γάτα  της  ζωής  μου.   Το  καλλίτερο Χριστουγεννιάτικο Δώρο.


Ιστορία έκτη

1973 - Λιγότερα!

Νοέμβριος μετά το Πολυτεχνείο.  Ο πιο  μουντός  και  άχαρος των τελευταίων χρόνων. Τόσο σκοτάδι που σχεδόν δεν ξημερώνει.  Η σκιά της ηρωικής αλλά μάταιης  (έτσι  φαινόταν τότε) εξέγερσης, η σκιά μίας νέας πιο στυγνής δικτατορίας, η σκιά  της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  πέφτουν επάλληλες και πνίγουν κάθε φως.

Ετοιμάζω την χριστουγεννιάτικη  κάρτα  της  εταιρίας  -  και ξαφνικά έχω μία διαφορετική ιδέα.  Αντί για εορταστική κάρτα (τι να γιορτάσει κανείς!) γράφω ένα απλό κείμενο  -  και  το
τυπώνουμε μαύρο σε άσπρο φόντο - χωρίς χρώματα και έλατα.  Η κάρτα εκτυπώνεται σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα,  ταχυδρομείται και   εκεί   γίνεται  το  απροσδόκητο.   Όλες οι εφημερίδες ανατυπώνουν το κείμενο. Κατακλυζόμαστε  από γράμματα, τηλεφωνήματα, επισκέψεις.  Θέλουν κι άλλες κάρτες. Μέσα σε ένα μήνα το ανατυπώνουμε τρεις φορές.
           
Το  κείμενο μιλούσε - φαινομενικά - για την οικονομική κρίση και την ανάγκη περισυλλογής. Αλλά ο κόσμος κατάλαβε.


Είθε
ο νέος χρόνος
να μας φέρει
λιγότερα

λιγότερο πόνο σε αυτούς που πονούν,
λιγότερο μίσος σε αυτούς που μάχονται,
λιγότερη στέρηση σε όσους στερούνται,
λιγότερο πόλεμο, λιγότερο θάνατο,
λιγότερη καταπίεση, λιγότερη εκμετάλλευση,
λιγότερη δυστυχία και λιγότερη οδύνη.

Κι αν τύχει και φέρει μαζί
λιγότερη αφθονία και λιγότερη απόλαυση
λιγότερο πλούτο και λιγότερη καλοπέραση
Ίσως τότε μας χαρίσει
λιγότερη ελαφρομυαλιά και λιγότερη σπατάλη
λιγότερη επιπολαιότητα
και λιγότερη αυθάδεια.

Ίσως τα λιγότερα
είναι περισσότερα…

Ένα χρόνο μετά, πάλι για τις γιορτές έβγαλα μία άλλη κάρτα – με ένα λιτό τετράστιχο.

Με την αρετή σαν αφορμή
σώσατε των Ελλήνων την τιμή
που από ανάγκη, φόβο η αδιαφορία,
είχανε ξεχάσει την ελευθερία.




Ιστορία έβδομη

1984 - Η έκπληξη

Παραμονή Χριστουγέννων κι εμένα με τρωει η μόνιμη  εορταστική μελαγχολία (κάθε χρόνο και χειρότερα.) Πήγε μεσημέρι και δεν είχε  ακόμα  χτυπήσει  το  κουδούνι για τα κάλαντα.  Το είχα γράψει και στην εφημερίδα που έγραφα, πως  οι  σημερινοί  πιτσιρικάδες, χορτάτοι  πια,  δεν  κυνηγάνε το χαρτζιλίκι όπως εμείς,  δεν πηγαίνουνε στα μακρινά σπίτια.

Είχα τελειώσει το μεσημεριανό μου όταν χτύπησαν στην  πόρτα. Ανοίγω  και τι να δω!  Ορχήστρα ολόκληρη και χορωδία και στη μέση ο Διονύσης Σαββόπουλος με την κιθάρα του  και  η  'Ασπα και κόσμος πολύς.  Κι αρχίζουν να λένε τα κάλαντα, τα παλιά, τα γνήσια.  Κι εγώ να έχω βουρκώσει και να μην  ξέρω  τι  να κάνω,  πώς να τους φιλέψω, ολόκληρο στρατό.  Γνωριμία με τον Νιόνιο δεν είχαμε, μια φορά τον είχα συναντήσει στη ζωή μου. Πού το βρήκαν το σπίτι, πώς το σκέφτηκαν;

Να,  είπε ο Νιόνιος μετά,  παραπονέθηκες πως δεν σου λένε τα κάλαντα - γι αυτό ήρθαμε!

Μία φορά και μένα η γκρίνια μου βγήκε σε καλό!

Friday, December 10, 2010

Συνέχεια περί μίσους


Υ. Γ.  

«Τι έγινε;» ανησύχησαν γνωστοί και φίλοι. «Τι είναι αυτά που γράφεις; Συνέβη τίποτα;». Κάποιος φαντάστηκε πως μου σκότωσαν αγαπημένη γάτα. «Είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο σε φαντάζομαι να μισείς».

Δεν συνέβη κάτι το έκτακτο, ούτε το συνταρακτικό. Κανένα γεγονός. Απλώς πολύ σιγά και ανεπαίσθητα ωρίμασαν μέσα μου τάσεις και συναισθήματα που πρέπει να υπήρχαν χρόνια. Έτσι συνειδητοποίησα μία στιγμή πως άτομα που ανέκαθεν αντιπαθούσα, τώρα μου προκαλούσαν αντιδράσεις μίσους. Και επειδή αυτό ήταν για μένα ς﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ισεποκάτι πρωτόγνωρο, κάθησα και το έγραψα.

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν ήταν τρομακτική. Μάλλον λυτρωτική θα την έλεγα ή, έστω, εκτονωτική. Σαν να ξεκαθάριζαν τα πράγματα, να γίνονταν σαφέστερα. Ήξερα ακριβώς τι ένιωθα.

Έτσι λοιπόν ένιωσα την έλευση του μίσους ως μία στιγμή ωριμότητας. Ήταν σαν να είχε αναβαθμιστεί το θυμικό μου. Για να μην πω ακόμα πως αυτή η εμπειρία υπήρξε αναζωογονητική. Το μίσος ως πάροχος ενέργειας;

Γι αυτό φίλοι μην ανησυχείτε. Οι (ελάχιστες πρέπει να πω) στιγμές που ένιωσα μίσος, όχι μόνο δεν με πλήγωσαν, αλλά μου έκαναν καλό. Ήταν σαν να το καταπίεζα μία ζωή και τώρα απελευθερώθηκα.

Thursday, December 09, 2010

Μαθητεία μίσους

Μίσος. Μία λέξη της οποίας ως τώρα αγνοούσα το νόημα. Πέρασα μία ολόκληρη ζωή χωρίς να μισήσω. Αντιπάθεια ένιωσα, ενόχληση, αντιπαράθεση – ακόμα και έχθρα. Αλλά μίσος, ποτέ. Δεν θα ήξερα καν πώς να περιγράψω αυτό το συναίσθημα – λάθος: δεν πρόκειται για συναίσθημα αλλά για πάθος.

Και να τώρα που μαζί με το γήρας ήρθε κι αυτός ο ανεπιθύμητος επισκέπτης. Ξαφνικά ένιωσα μέσα μου την μανία της εκμηδένισης ενός άλλου. Τον μισώ σημαίνει: του αρνούμαι το δικαίωμα της ύπαρξης. Δολοφονώ τον άλλο μέσα μου – αφού δεν είμαι αρκετά δυνατός για να το κάνω στην πράξη.

Θα πίστευε κανείς πως η μεγάλη ηλικία σε κάνει πιο ήπιο. Λάθος. Γι αυτό και βλέπουμε κάτι περίεργα εγκλήματα «ογδονταπεντάχρονος δολοφόνησε τον αδελφό του για κτηματικές διαφορές». Ποια κτήματα και τι περιουσία στην είσοδο του Άδη; Τον αντιπαθούσε μία ζωή και στα γεράματα ξεχείλισε το μίσος.

Να είναι το ότι η κοντή προοπτική συμπυκνώνει τα συναισθήματα και τους δίνει απρόσμενη ένταση; Ίσως. Εγώ πάντως τώρα μίσησα – κι όχι έναν. Στιγμιαία μόνο. Αλλά αυτές οι στιγμές ήταν αρκετές για να πάρω μία γεύση χολής. Μη θεωρήσετε ότι στόχος ήταν εκείνοι τους οποίους επικρίνω στα γραπτά μου. Το μίσος είναι το πιο ιδιωτικό πάθος. Ούτε θα έγραφα, ούτε θα μίλαγα για κάποιον που μισώ.

Ποτέ λοιπόν δεν είναι αργά για να εμπλουτίσεις την εμπειρία σου, για να συμπληρώσεις την κλίμακα των παθών. Σίγουρα δεν εννοούσε αυτό ο Σωκράτης με το «αεί». Αυτός άλλα «διδασκότανε», ψύχραιμα, ζυγισμένα και ορθά.

Πιο σοφός ο Dylan Thomas έγραφε στο ποίημα για τον γέρο πατέρα του:

Rage, rage against the dying of the light.

Ναι, λύσσα, λύσσα αληθινή, απέναντι στην δύση του φωτός.

_________________________________________________

Η εικόνα: πίνακας (του Vouet;) με την πρώτη εκδήλωση μίσους στην Βίβλο.

Tuesday, November 30, 2010

Σκοτώστε τον Δήμου!

Την περασμένα εβδομάδα σε πολλά blog κυκλοφόρησε ένα κείμενο (νομίζω πως ξεκίνησε από το «Βαρόμετρο») με τίτλο «Σκότωσε τον Νίκο Δήμου που κρύβεις μέσα σου!». Ξεκινούσε ως εξής:


«Παλιά που έπαιρνα το RAM μου έκανε εντύπωση η στήλη του Νίκου Δήμου. Ο συγκεκριμένος αρθρογράφος λοιπόν τα έβαζε συνεχώς με το κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους (ίσως το πιο αγαπημένο του topic), με τους εργαζόμενους εταιρειών και καταστημάτων, με την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών, που δεν τον κάλυπταν ποτέ και με καμιά Παναγία. ΚΑΝΕΝΑΣ και ΤΙΠΟΤΑ δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τον Νίκο Δήμου.


Βλέπεις ο φιλελεύθερος αστός δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Τα θέλει όλα τέλεια όπως το τέλειο τίποτα που έχει πλάσει στο μυαλό του».

Το κείμενο συνέχιζε με δριμεία κριτική προς την «απεχθέστατη τάξη των νοικοκυραίων».

Όπως τα blog αναπαράγονται και αντιγράφονται, η ανάρτηση διαδόθηκε και μου ήρθαν πολλές διευθύνσεις από γνωστούς και φίλους.

Ομολογώ πως κολακεύτηκα. Πρέπει να είμαι σημαντικός για να γίνομαι τίτλος και σύμβολο μίας ολόκληρης τάξης (έστω και απεχθούς για μερικούς).

Σε δεύτερη σκέψη όμως τρόμαξα. Όχι – δεν φοβήθηκα για τη ζωή μου. Τρόμαξα γιατί κατάλαβα πως αυτή η λογική είναι που μας οδήγησε στην κρίση και την χρεοκοπία. Η «απεχθέστατη τάξη των νοικοκυραίων», (δηλαδή των αστών – που τόσο θαύμαζε ο Μαρξ) ήταν παραγωγική, δημιουργική, κρατούσε σωστούς λογαριασμούς, δεν άπλωνε τα πόδια έξω από το πάπλωμα. Είχε κανόνες και αξίες που τις ακυρώσαμε χωρίς να τις αντικαταστήσουμε.

Αυτό που μας συνέβη είναι ακριβώς πως σκοτώσαμε τον Δήμου μέσα μας. Το έχουμε κάνει από καιρό. Δηλαδή σκοτώσαμε την απαίτηση για ποιότητα, αποτελεσματικότητα, ικανότητα και εντιμότητα. Συμβιβαστήκαμε με τη μετριότητα, την αναξιοκρατία, τη λούφα – αλλά και τη δοσοληψία, τη διαπλοκή, τη διαφθορά. Και φτάσαμε στον πάτο.

Χωρίς να το καταλάβει, ο ανώνυμος συγγραφέας του ιστολογίου είπε μία τεράστια αλήθεια – μόνο που ήταν αντίστροφη! Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη ανάλυση για την κατάντια μας…

_________________________________________________
 
Προδημοσίευση από την LiFO της 2.12. Επειδή είχα βαρεθεί να απαντώ σε emails. Και κάτι ασήμαντο: 13 χρόνια στο RAM δεν θυμάμαι να είχα γράψει για δημόσιους υπάλληλους.

Wednesday, November 24, 2010

Ένα φιλικό - και όχι ποινικό - υστερόγραφο

Σε απάντηση μηνυμάτων που γράφουν «πώς;», «γιατί;», «ντροπή!» και «αν είναι δυνατόν!».

Με τον Αιμίλιο Μεταξόπουλο κάναμε πολλή παρέα στην δεκαετία του 80. Τότε δεν ήταν ακόμα ούτε καθηγητής, ούτε πρύτανης. Αργότερα βλεπόμασταν λιγότερο συχνά – αλλά πάντα με αγάπη.

Για την κατάχρηση στο Πάντειο δεν έχω φυσικά προσωπική άποψη. Γνωρίζοντας τον άνθρωπο πιστεύω ότι δεν είχε λόγο, ούτε ανάγκη να παρανομήσει.

Η δική του εκδοχή είναι πως υπήρξε απρόσεκτος (ή, αν προτιμάτε, επιπόλαιος) και υπέγραφε ό,τι του έφερναν οι υπεύθυνοι του λογιστηρίου. Εκεί δρούσε και ο πραγματικός καταχραστής (αυτό το δέχθηκε και το δικαστήριο) που καταδικάστηκε και στην βαρύτερη ποινή. (Τρεις φορές ισόβια και 15 έτη). Ήταν και ο μόνος για τον οποίο αποδείχθηκε ότι ωφελήθηκε από την κατάχρηση. Αλλά τυπικά οι πρυτάνεις (Κώνστας, Μεταξόπουλος) και αντιπρυτάνεις (Γετίμης, Παπαθανασόπουλος) που υπογράφουν, φέρουν ευθύνη. Βέβαια οι ποινές (25 χρόνια!) αντιστοιχούσαν σε κατά συρροήν δολοφόνους.

Για το αν ήταν δίκαιη και σύμμετρη η καταδίκη του Α. Μ. θα αποφασίσει οριστικά το εφετείο – έστω και μετά θάνατον.

Όλα αυτά δεν έχουν σχέση με την φιλία μας που κράτησε τριάντα χρόνια και δεν υπόκειται στις διατάξεις του ποινικού κώδικα.

Tuesday, November 23, 2010

Αντίο Αιμίλιε!

Από τις δεκάδες φωτογραφίες που σου έχω βγάλει, δεν έχω καμία. (Είναι όλες στο αρχείο μου που δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη). Θα ήθελα να σε αποχαιρετίσω κοιτώντας τις. Διότι και για σένα ισχύει το Καβαφικό:

«Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο – την μορφή του…»

Ήσουν ο «ηδονικός Ελπήνορας» του Σεφέρη, αλλά αντίθετα με αυτόν είχες και σκέψη και γνώση. Όμως προτίμησες τη ζωή. Έγραψες ογκώδη φιλοσοφικά βιβλία, αλλά η απόλαυση ήταν το δικό σου ελιξίριο. Πολλές γυναίκες θα δάκρυσαν κι άλλες θα αγρίεψαν στην θύμησή σου.

Να σε αποχαιρετίσω τότε με το περίφημο επίγραμμα του Καλλίμαχου για τον Ηράκλειτο:

Ειπέ τις Ηράκλειτε τεόν μόρον ες δε με δάκρυ
Ήγαγεν, εμνήσθην δ’ οσάκις αμφότεροι
Ηέλιον λέσχηι κατεδύσαμεν…

(Μου είπαν για τη μοίρα σου Ηράκλειτε και με πήρε το δάκρυ. Θυμήθηκα πόσες φορές συζητώντας αφήσαμε τον ήλιο να δύσει…).

Ναι, τότε στη δεκαετία του 80, που συζητούσαμε ώρες με τους φίλους. Γεννήθηκαν πολλές σκέψεις και βιβλία από τους διαλόγους αυτούς.

Φίλε Αιμίλιε Μεταξόπουλε, δεν μπορείς να με ακούσεις, εγώ όμως μιλάω για σένα και θα σε σκέπτομαι μέχρι κάποιος άλλος να αποχαιρετίσει και μένα.

Saturday, November 20, 2010

Διαφωνική ορχήστρα



Η καλή κυβέρνηση πρέπει να είναι σαν μεγάλη ορχήστρα - να παίζει σωστά και αρμονικά. Συμφωνική ορχήστρα την λένε, διότι συμφωνεί...

Αλλά η δική μας παίζει αλλιώτικα. Ούτε καν παράφωνα - χαοτικά. Ο μαέστρος συνήθως απουσιάζει, μερικοί δεν διαβάζουν σωστά τις παρτιτούρες, άλλοι γράφουν δικές τους. Κάτι πονηροί κάνουν πως παίζουν αλλά δεν βγάζουν ήχο. Ρυθμός δεν υπάρχει ένας αλλά πολλοί. Μελωδία καθόλου. Παραφωνία, ασυμφωνία, κακοφωνία. Παράγεται μόνο θόρυβος - ενίοτε εκκωφαντικός.

Δεν είναι συμφωνική ορχήστρα αυτή η κυβέρνηση. Μάλλον διαφωνική (αν υπάρχει τέτοιος όρος...)



___________________________________________________

Τα σκίτσα είναι του Gerard Hoffnung

Sunday, November 14, 2010

Ο άλλος Νίκος Δήμου



Θυμάμαι παλιά στον ανελκυστήρα του Πύργου Αθηνών ο μοναδικός συνεπιβάτης μου με ρώτησε: «Είστε ο Νίκος Δήμου;». Στην καταφατική απάντησή μου, συνέχισε: «Σας θαύμαζα ανεπιφύλακτα ως ορθολογιστή και σκληρό τιμητή των κακώς κειμένων, μέχρι που διάβασα κάτι σιχαμερά ερωτικά σε ένα βιβλίο σας – και με απογοητεύσατε».

Το ασανσέρ έφτασε στον προορισμό του και το μόνο που πρόλαβα ήταν το όνομα του βιβλίου. Δεν ήταν καν οι «Τολμηρές Ιστορίες» - αλλά το «Ημερολόγιο του Καύσωνα» που έχει μόνο μία ερωτική σκηνή – κι αυτή σε όνειρο.

Υπάρχει αυτό το πρόβλημα, που δεν το προκαλώ εγώ αλλά τα κουτάκια όπου οι τρίτοι (αναγνώστες, κριτικοί, ακόμα και συγγραφείς) ταξινομούν τους δημιουργούς. Δεν μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να έχει γράψει μία φιλοσοφική μελέτη («Το Απόλυτο και το Τάβλι») και το λυρικό «Βιβλίο των Γάτων». Πως δένει η σάτιρα με την ανάλυση και ανασύνθεση του Ελύτη και της Δημουλά. Κι αυτά πάλι πως ταιριάζουν με την τεχνολογία και την πολιτική;

Αφήνω στους κριτικούς του μέλλοντος (αν ποτέ ασχοληθούν) την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Εγώ ήθελα μόνο να αναγγείλω την νέα έκδοση των διηγημάτων «Τολμηρές Ιστορίες» από την Opera.
_____________________________________________________

Υστερόγραφο για τις εκλογές: Ίσως και να υπάρχει Θεός αφού τιμώρησε την αλαζονεία του Κακλαμάνη. Πάντως σίγουρα δεν θα είναι ο θεός του Άνθιμου.

Monday, November 08, 2010

Επαναλαμβανόμενη Δυστυχία



Κυκλοφόρησε η τριακοστή έκδοση του βιβλίου που με έχει σημαδέψει. (Όσοι διάβασαν τους "Δρόμους" μου, ξέρουν τι εννοώ). Επί τριάντα πέντε χρόνια ανατυπώνεται συνεχώς. Με σταματάνε άνθρωποι στο δρόμο και μου λένε: "Διάβασα το τελευταίο σας βιβλίο!". Και (επί 35 χρόνια!) εννοούν την "Δυστυχία". Για επετειακούς λόγους, η τριακοστή έκδοση - σε νέο εκδότη - αναπαράγει το εξώφυλλο της πρώτης.

Saturday, November 06, 2010

Νέα από το Τέρι




Με ρωτάνε πολλοί για τη συνέχεια της ιστορίας του Τέρι, που είχα αναρτήσει στις 3.10. click.

Λοιπόν το Τέρι, μετά από πολλές ημέρες νοσηλεία στην εντατική του σπιτιού μας, πάει πολύ καλύτερα. Από το βάρβαρο χτύπημα που τον παρέλυσε εντελώς, έχει συνέλθει. Η κινητικότητά του είναι καλή, κάποια μικρή αστάθεια παραμένει και το κεφάλι του είναι πάντα γερμένο από τη μία πλευρά.

Δεν ξέρουμε αν αυτό οφείλεται στο χτύπημα ή στο γεγονός ότι μετά τον τραυματισμό δεν βλέπει καλά από το αριστερό μάτι και στρίβει το κεφάλι για να φέρει μπροστά το δεξί. (Τα ζώα έχουν τα μάτια στο πλευρό του κεφαλιού τους).

Είναι πολύ ζωηρός κι όταν τον βγάλαμε από την απομόνωση όχι μόνο δεν φοβήθηκε τους άλλους γάτους μας αλλά ήταν αρκετά επιθετικός απέναντί τους (ίσως από τον φόβο του). Πριν δύο εβδομάδες τον στειρώσαμε, αλλιώς δεν θα μπορούσε να μείνει μέσα στο σπίτι.

Τώρα κυκλοφορεί παντού αλλά προτιμά το δικό του δωμάτιο (εκεί όπου νοσηλεύτηκε). Μόνο εκεί χαλαρώνει και δέχεται (μάλλον απαιτεί) αγκαλιές και χάδια. Και γίνεται πάλι ο τρυφερός γατούλης που γνωρίσαμε, πριν από το χτύπημα.

Το πιο σημαντικό: Βρήκε δικό του σπίτι! Μία κυρία, αναγνώστρια του blog, έχει ενδιαφερθεί να τον πάρει κοντά της, αλλά μετά τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, οπότε θα έχει επιστρέψει από ταξίδια. Ως τότε θα είναι φιλοξενούμενος μας.



_________________________________________________

Υ. Γ. Ίσως περίμεναν κάποιοι να γράψω για τις εκλογές, κλπ. Η συσσωρευμένη ανοησία που με περιβάλλει και με καλύπτει, με έχει καταστήσει ανίκανο για σχολιασμό. Ίσως μετά... αργότερα...

Tuesday, November 02, 2010

Πρωτεύουσα των ηδονών



Χαρακτήρισα την Πομπηία «αρχαία πρωτεύουσα των ηδονών». Ό,τι μας έχει απομείνει από αυτή δείχνει μία υπερβολική καλλιέργεια όλων των αισθήσεων. Δεν ξέρω αν την είχε ποτέ επισκεφθεί ο Καβάφης – αλλά δεν μπορώ να φανταστώ πόλη που να του ταίριαζε περισσότερο.

Στις τοιχογραφίες των σπιτιών απεικονίζονται σκηνές αισθησιακές: ερωτικές, γαστρονομικές, μουσικές. Με φόντο αυτό το παντοδύναμο «κόκκινο της Πομπηίας» που δρα ως διεγερτικό και φουντώνει όλες τις αισθήσεις.



Και δεν μιλάω για τα πορνικά του Gabinetto Segretto (δυστυχώς ήταν κλειστό λόγω restauro) αλλά και τα σεμνά, καθημερινά. Σε ποια αρχαία πόλη βλέπεις ανάγλυφους φαλλούς στο πλακόστρωτο να σου δείχνουν το δρόμο;


Παντού υπάρχουν οίκοι ανοχής – αλλά στο πομπηιανό lupanar (πορνοβοσκείον, χαμαιτυπείον, μεταφράζει ο Κουμανούδης στο λεξικό του, το 1854) υπάρχουν μικρές τοιχογραφίες που δείχνουν τι προσφέρει το μαγαζί. Ένα είδος μενού, τιμοκατάλογος των απολαύσεων.



Και παντού εκείνες οι υπέροχες διακοσμήσεις κατά προτίμηση με ερωτιδείς και νύμφες, σάτυρους και τρυφερά αγοράκια. Τίποτα δεν ήταν απαγορευμένο εκεί, ο Χριστιανισμός δεν είχε ακόμα μολύνει την ηδονή με το σαράκι της αμαρτίας, οι θεοί συναγωνίζονταν τους θνητούς σε ερωτικές επιδόσεις. Σε δεκάδες πόζες συνουσίας τους συναντάς – ιδιαίτερα τον Δία. Το φαντάζεστε αυτό για τον Ιεχωβά ή τον Ιησού;

Saturday, October 30, 2010

Οι σκύλοι της Πομπηίας



Στη Νάπολη ο Αθηναίος αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Βουνά από σκουπίδια σε κάθε γωνιά, πλήθος αδέσποτοι σκύλοι που σε παίρνουν από πίσω, χαοτική κυκλοφορία όπου οι παρανομίες υπερτερούν συντριπτικά από τις νόμιμες ενέργειες… Ακόμα η ιστορία που είναι παρούσα σε κάθε σου βήμα – ερείπια, μνημεία, ονόματα. Μία ιστορία αδιάσπαστη για τρεις χιλιάδες χρόνια, χωρίς τις δικές μας μαύρες τρύπες.

Προσθέστε επιπλέον τα εκκωφαντικά και συνεχή κορναρίσματα και τις κρεμασμένες μπουγάδες (ακόμα και σε μπαλκόνια …γραφείων) και το πορτρέτο είναι πλήρες.

Κορυφαία εμπειρία η Πομπηία – αυτά τα Σόδομα του αρχαίου κόσμου. Μία πόλη που ζούσε μόνο για την ηδονή: ερωτική, γευστική, αισθητική. («Γι αυτό τους έκαψε ο Θεός!» ψιθύρισε μία επισκέπτρια, αντικρίζοντας τις «γενναίες» κατά Καβάφη – τοιχογραφίες).

Ίσως επανέλθω κάποια στιγμή στην Πομπηία. Αλλά τώρα θέλω να καταγράψω την πρώτη μου εντύπωση για τους μόνιμους κατοίκους της απέραντης αυτής ερειπιούπολης. Οι επισκέπτες κάποια στιγμή φεύγουν. Και τότε η πόλη ανήκει στους σκύλους της.



Δεκάδες – δεν τους μέτρησα – κυκλοφορούν, κοιμούνται, παίζουν, τσακώνονται μέσα στους δρόμους και τα σπίτια της. Ποτέ δεν έχω δει τόσους σε αρχαιολογικό χώρο. Μάλλον τους ταΐζουν οι ζωόφιλοι τουρίστες (ευτυχώς δεν γνωρίζουν τον νόμο του Μπερλουσκόνι που χαρακτηρίζει ποινικό αδίκημα το να ταΐζεις αδέσποτα). Φαίνονταν καλοθρεμμένοι και πολύ φιλικοί.

Οι σκύλοι της Πομπηίας. Μετά τα όργια και τα συμπόσια - διάδοχοι ενός πολιτισμού που έγινε στάχτη.




Thursday, October 28, 2010

Ένα όνειρο 50* χρόνων



Η Αιγυπτιακή Σφίγγα, πέντε χιλιάδων ετών, κρατάει το μυστικό του σπιτιού.


Στην σημερινή LiFO γράφω για ένα όνειρο που φύλαγα μέσα μου για πολλές δεκαετίες - από την εποχή που, δεκαπεντάχρονος, διάβασα το βιβλίο: "The Story of San Michele" του Axel Munthe. Ολόκληρο το κείμενο (που είχε γραφτεί πριν από μέρες) εδώ:

click

Σήμερα από τη Νάπολη πέρασα στο Κάπρι, από εκεί ανέβηκα στο Ανακάπρι και επισκέφθηκα αυτό το μυθικό σπίτι με τους υπέροχους κήπους και την φανταστική θέα. Όχι μόνο δεν με απογοήτευσε (όπως συχνά συμβαίνει με τα όνειρα) αλλά το βρήκα ανώτερο από κάθε περιγραφή. Μέσα και έξω ίσως το ωραιότερο κτίριο που έχω ζήσει ποτέ.

Άξιζε την αναμονή των πενήντα* χρόνων...



_____________________________________________________

* Κανείς δεν το πρόσεξε - ούτε κι εγώ. 75 - 15 = 60. Εξήντα ετών ήταν το όνειρο κι όχι 50...

Tuesday, October 26, 2010

Αντίστροφη σκέψη

Είπε ο ΓΑΠ στην χθεσινή διακαναλική: "Θα μπορούσαμε να μειώσουμε την φορολογία στο μισό, αν πλήρωναν όλοι".

Δεν είχα αυταπάτες για την ευφυία του ΓΑΠ - αλλά δεν έχει ούτε έναν ικανό σύμβουλο;

Η σωστή μορφή της φράσης είναι αντίστροφη: "Αν μειώναμε την φορολογία στο μισό, θα πλήρωναν όλοι".

Η τελευταία απόδειξη αυτής της αλήθειας έγινε στην Κύπρο. Μείωσαν την φορολογία στο 10% και αύξησαν τα έσοδα.

Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές (άκου 45%!) είναι το πρώτο αίτιο φοροδιαφυγής. Το 11% το πληρώνεις άνετα και εύκολα - δεν αξίζει καν τον κόπο να φοροδιαφύγεις...

____________________________________________________

Στη φωτογραφία (ανέκδοτη) ο Στέφανος Μάνος, που έχει κάτι τέτοιες αιρετικές ιδέες - οι οποίες παραμενουν στα αζήτητα.

Saturday, October 23, 2010

Πανικός

Φτάνεις σε μία ηλικία και αρχίζουν, ο ένας μετά τον άλλο, να εξαφανίζονται γνωστοί και φίλοι. Η ζωή σου περιβάλλεται από αγγελτήρια κηδειών. «Πάει κι αυτός», μουρμουρίζεις, «πάει κι αυτή».

Ξαφνικά νιώθεις σαν να είσαι στο στόχαστρο συμμορίας εκτελεστών, χωρίς όμως να γνωρίζεις την σειρά σου στον κατάλογο. Το μόνο που ξέρεις είναι πως από αυτή τη συμμορία δεν γλίτωσε κανείς. Όταν το συλλογίζεσαι σε καταλαμβάνει πανικός. Που ξεχνιέται για λίγο και όλο ξανάρχεται, δριμύτερος.

Ξυπνάς το πρωί και κάνεις τις καθημερινές καθησυχαστικές κινήσεις: ετοιμάζεις πρωινό. Και ξαφνικά ο πανικός. Μήπως ο εκτελεστής σε σκοπεύει πίσω από την γωνία;

Μόνο ξεχνώντας ζεις. Και γι αυτό εργάζεσαι περισσότερο. Η δουλειά είναι το μόνο αντίδοτο. Αντίθετα η διασκέδαση, η χαλάρωση, ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες στον απρόσκλητο επισκέπτη που απροσδόκητα σε πιάνει από το λαιμό.

Φθονώ τα ζώα που (όπως λένε) δεν γνωρίζουν. Εμείς, όσο γερνάμε, πεθαίνουμε πολλές φορές κάθε μέρα.

_____________________________________________

Y. Γ. (μετά 10 ώρες): Από τα μηνύματα που πήρα, ένα έγραφε: "μάλλον εδώ, τώρα, εσύ περνάς πάρα πολύ καλά και δεν θέλεις να τελειώσει αυτό ποτέ". Και συνεχίζει: "μήπως σε τελική ανάλυση... σκεφτόμενος το θάνατο είναι σα να χτυπάς καμπανάκι (στον εαυτό σου; στους άλλους;)".

Σωστές και οι δύο παρατηρήσεις. Στον εαυτό μου χτυπάω καμπανάκι - τελικά η ιδέα του θανάτου έχει γίνει το διεγερτικό μου για τη ζωή...

_____________________________________________

Ο άγγελος από το μαυσωλείο Βαφιαδάκη, στο κοιμητήριο Αγ. Γεωργίου στην Ερμούπολη. (Το ωραιότερο μουσείο επιτύμβιας γλυπτικής 19ου αιώνα στην Ελλάδα). Όταν τελειώσει ο πανικός, θα βρίσκομαι λίγο πιο μέσα και δεξιά.

Saturday, October 16, 2010

Ομαδικοί βιασμοί

Εδώ και χρόνια, κάθε φορά που ακούω ανταποκρίσεις από περιοχές μαρτυρικές (Ρουάντα, Βοσνία, πρόσφατα Νταρφούρ) με την στερεότυπη φράση ότι έγιναν μαζικές δολοφονίες και ομαδικοί βιασμοί, απορώ. Εντάξει, για να δολοφονήσεις μαζικά χρειάζεται μόνο ένα όπλο. Δεν έχεις παρά να πατήσεις την σκανδάλη. Αν είναι αυτόματο δεν χρειάζεται ούτε να σκοπεύσεις: γαζώνεις.

Αλλά για να βιάσεις χρειάζεται άλλο όπλο – και μάλιστα σε στύση. Πώς γίνεται μέσα στον χαμό – εκρήξεις, φωτιές, πυροβολισμοί – μπροστά σε άλλους συστρατιώτες και υποψήφιους βιαστές, με μία γυναίκα που αμύνεται και χτυπιέται, να βρεθείς σε ετοιμότητα μάχης;

Πρέπει να είναι άλλου είδους άνδρας αυτός ο ομαδικός βιαστής που με τις σφαίρες να σφυρίζουν στα αυτιά του έχει την δυνατότητα να καυλώνει. Δυνατότητα καθόλου αυτονόητη όταν, σύμφωνα με τις έρευνες, το ένα τρίτο των ανδρών (ακόμα και των νέων) παρουσιάζουν διαλείπουσα ή μόνιμη στυτική ανικανότητα. Αυτοί μάλλον εκτονώνονται δολοφονώντας. Πράγμα που ίσως είναι προτιμότερο για μία γυναίκα, παρά να υποστεί την επαχθέστερη μορφή βίας, δίπλα στους νεκρούς της, στα σφαγμένα παιδιά της.

Αναρωτιέμαι συνεχώς: Πώς μπορούν; Πώς γίνεται από μία στιγμή πάλης, βίας και θανάτου να μεταβαίνεις σε μία κατάσταση έστω και μονόπλευρα ερωτική; Επιδρά ο χάρος ως αφροδισιακό;

Βέβαια όλα αυτά τα σκέπτομαι σαν «ευαίσθητος διανοούμενος» ενώ εκείνοι που σκοτώνουν και βιάζουν είναι Άντρες με κεφαλαίο (και έτσι το αποδεικνύουν). Ωστόσο πιστεύω ότι κι αυτοί μέσα τους κρύβουν ευαισθησίες και συναισθήματα. Σίγουρα σέβονται τη μάνα τους και αγαπούν την αδερφή τους. Φαντάζομαι πως οι ειδικοί θα έχουν μελετήσει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την μετάβαση ανθρώπου σε κάτι χειρότερο από κτήνος.

Ο πόλεμος για μένα είναι μία παράκρουση. Βλέπω πολεμικές ταινίες και απορώ: άνθρωποι σφάζουν, ανατινάζουν, βασανίζουν, διαμελίζουν συνανθρώπους, συνήθως επειδή έχουν άλλη σημαία, θρησκεία ή γλώσσα. Αλλά μέσα στον πόλεμο, ακόμα πιο παράλογος και υπαρξιακά παράταιρος μου φαίνεται ο βιασμός.

Saturday, October 09, 2010

Περί ηλικίας



Χθες είχα τα γενέθλιά μου. Εβδομήντα πέντε. Τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν γιόρταζα αλλά και αισθανόμουνα ενόχληση. Υπενθυμίζω ένα παλαιό «Επίκαιρο»:

Επτά λόγοι για τους οποίους δεν γιορτάζω γενέθλια.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

1. Δεν βλέπω κανένα λόγο να πανηγυρίζω επειδή γερνάω. Έχω πει ότι ίσως μετά τα 80 θα άξιζε κανείς να τα αναφέρει, ως άθλο επιβίωσης.
2. Θεωρώ την ημερομηνία της γέννησής μου «απόρρητο προσωπικό δεδομένο». Κι ας με υποχρεώνουν διάφοροι γραφειοκράτες να την αναγράφω.
3. Η επέτειος των γενεθλίων μου είναι ατομική υπόθεση. Την ονομαστική μου γιορτή την μοιράζομαι με χιλιάδες άλλους Νίκους – αλλά στα γενέθλιά μου δεν ξέρω με ποιους συμπίπτω (και ούτε με ενδιαφέρει).
4. Θεωρώ άκρως βαρετή την ανταλλαγή ευχών και ευχαριστιών (συνήθως τυπικών και τυποποιημένων). Αυτό ισχύει για όλες τις γιορτές.
5. Τα γενέθλιά μου ενδιαφέρουν τους αστρολόγους – ένας λόγος παραπάνω να μην ενδιαφέρουν εμένα.
6. Το μόνο που κάνω στα γενέθλιά μου είναι ένας προσωπικός απολογισμός της χρονιάς που πέρασε. Όχι, δεν τον κάνω την πρωτοχρονιά. Όπως πολλές εταιρίες κλείνουν ισολογισμό με βάση την ημερομηνία ίδρυσης, έτσι κι εγώ σουμάρω από γενέθλια σε γενέθλια. Και πάλι απόρρητο προσωπικό δεδομένο, ο απολογισμός.
7. Τέλος, δεν μου γουστάρει το άσμα “Happy Birthday to you” και παθαίνω αλλεργικό σοκ με την ελληνική του εκδοχή («Να ζήσεις Νικάκη…»). Άσε που οι πνεύμονές μου δεν επαρκούν πια να σβήσουν δάση κεριών.

Αν νομίζετε πως έγραψα αυτό το κείμενο επειδή έχω γενέθλια, έχετε δίκιο. Αλλά (για όλους τους λόγους που αναφέρω παραπάνω) ΔΕΝ εορτάζω.

Αυτά έγραφα πριν τρία χρόνια. Όμως, κάτι έχει αλλάξει. Για πρώτη φορά φέτος ένιωσα σαν να πραγματοποίησα επίτευγμα, που έκλεισα τρία τέταρτα αιώνα. Στατιστικά δεν πέτυχα κάτι. Το προσδόκιμο επιβίωσης για άνδρες ήταν (τελευταία στοιχεία, 2006) 77,06 χρόνια. (Από κει και πέρα αρχίζεις και κλέβεις τους άλλους. Πώς έλεγε ο Χότζας: «Ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σου δίνει χρόνια, πασά μου!»). Τώρα θα έχει αυξηθεί κι άλλο. (Βέβαια οι γυναίκες εξακολουθούν να μας ρίχνουν 6+ χρόνια, το ...ασθενές!).

Ωριμάζω; Αρχίζω να συμφιλιώνομαι με την ηλικία μου; Να αποδέχομαι τα γεγονότα χωρίς να εφευρίσκω λόγους (7 ή περισσότερους) για να τα αρνούμαι; Το μέλλον (όσο είναι αυτό) θα δείξει. Ίσως σε μερικά χρόνια να παραδεχθώ πως γερνάω…

Φυλλομετρώ παλιές φωτογραφίες. Αυτή που βλέπετε στα δεξιά είναι 50 χρόνια πίσω. Ναι, παραδέχομαι, εξωτερικά έχω αλλάξει. Πολύ. Αλλά εσωτερικά; Ήμουν τότε πιο συντηρητικός, πιο σχολαστικός, πιο φοβισμένος. Κι ας χαμογελάω – εγώ ξέρω τι αμηχανία και αβεβαιότητα ένιωθα μέσα μου.

Μπα – πιο νέος είμαι τώρα… :-(

_______________________________________________
Η φωτογραφία, από τις αγαπημένες μου: δύση σε ταξίδι...

Sunday, October 03, 2010

Η ιστορία του Τέρι



Πέρυσι τέτοια εποχή τον πέταξαν κάποιοι, μικρό γατάκι, στον κήπο. Μένουμε σε ένα συγκρότημα με δύο πολυκατοικίες, μέσα σε αρκετά μεγάλο οικόπεδο. Εμείς ως ισόγειο με άμεση πρόσβαση στη πρασιά, είμαστε και το σπίτι υποδοχής αδέσποτων. Υπάρχουν δύο μόνιμα. Έρχονται, τρώνε και φεύγουν.

Το Τέρι (έτσι το βαφτίσαμε) ήταν πολύ τρομαγμένο – δεν πλησίαζε το φαΐ αν δεν έφευγες μακριά. Με επιμονή και υπομονή το εξημερώσαμε κι έγινε ένας μεγάλος γάτος, τρυφερός και χαδιάρης. Ζούσε μόνιμα στον κήπο κι ερχόταν μόλις τον φώναζες. Πρώτα χαϊδευόταν και μετά έτρωγε.

Ένα πρωί με παίρνει τηλέφωνο ο θυρωρός. «Κύριε Νίκο εσείς που ξέρετε από γάτες, ελάτε να μας βοηθήσετε! Στη βεράντα του ισογείου της δεύτερης πολυκατοικίας είναι μία γάτα άγρια, την διώχνουν και δεν φεύγει. Κάνει φχ φχ! Φοβούνται για το παιδάκι τους».

Η βεράντα τους είναι υπερυψωμένη ενάμιση μέτρο από τον κήπο. Πάω και τι να δω; Το Τέρι κάτω πεσμένο χύμα. Φαινόταν από μακριά παράλυτο. Γύρω του ο θυρωρός, το ζεύγος των ενοίκων και η κοπέλα που κρατούσε το παιδί σε απόσταση ασφαλείας.

Μόλις με είδε το Τέρι, προς έκπληξιν όλων, νιαούρισε φιλικά. Έσκυψα και το πήρα στην αγκαλιά μου (Μεγαλύτερη έκπληξη του κοινού). Ασήκωτο το βάρος του παράλυτου σώματος. Ήταν φανερό πως το είχαν χτυπήσει (γιατί πώς παράλυτο να πηδήξει στην βεράντα;) και μετά φοβόνταν να το πλησιάσουν γιατί ξεφύσαγε και σφύριζε απελπισμένα.

Κατευθείαν στον κτηνίατρο. Διάγνωση: τετραπληγία από αιμάτωμα στον εγκέφαλο. Έκβαση αβέβαιη. Θεραπεία με ισχυρές δόσεις κορτιζόνης.

Το απομονώσαμε σε ένα δωμάτιο και το περιποιηθήκαμε όσο μπορούσαμε. Τώρα, μετά δύο εβδομάδες, το Τέρι μπορεί και περπατάει, λίγο αβέβαια. Δεν τρέχει και δεν πηδάει εύκολα – με κόπο ανεβαίνει στον καναπέ. Η κατάστασή του θα βελτιωθεί και άλλο – αλλά δεν είναι σίγουρο πόσο.

Από την πρώτη στιγμή σερνόταν με κόπο στην άμμο, δεν λέρωσε καθόλου. Παραμένει το πιο τρυφερό και χαδιάρικο γατάκι. (Ψάχνω να του βρω ένα σπίτι – διαμέρισμα – όπου θα είναι μόνο του, γιατί έτσι δεν μπορεί να συμβιώσει με άλλους γάτους. Θα είναι τέλειος σύντροφος).

Αφηγούμαι αυτή την ιστορία για να εξηγήσω πως η άγνοια των ανθρώπων είναι η βασική αιτία της βίας στα ζώα. Σίγουρα υπάρχουν και οι σαδιστές και οι διεστραμμένοι που εκτονώνονται στα άκακα ζωντανά – αλλά είναι λίγοι. Οι πολλοί, σαν το ζευγάρι του ισογείου, δεν ξέρουν. Φοβήθηκαν την «απειλή» για το τρίχρονο παιδί τους (απειλή ο Τέρι!). Αντί να το μάθουν να αγαπάει τα ζώα – προκειμένου να γίνει ολόκληρος και υπεύθυνος άνθρωπος – την «προστάτευσαν». Ίσως ο Τέρι να την πλησίασε για να χαϊδευτεί και τον τσάκισαν. Με κλωτσιά, ή ξύλο – δεν ξέρω και δεν θέλησα να μάθω. Στην αρχή ήμουν γεμάτος οργή εναντίον τους, ύστερα άρχισα να τους λυπάμαι.

Αλίμονο στους ανθρώπους που δεν επικοινωνούν με τη φύση – και τα ζώα είναι καθαρή φύση. Αλίμονο σε αυτούς που δεν γνώρισαν την αγνότητα, την εντιμότητα και την σταθερότητα του ζώου. Μένουν μισοί άνθρωποι.