Sunday, January 30, 2011

Ο θάνατος του Τέρι

Έχουν την μοίρα τους και τα γατιά – τούτο έτυχε κακότυχο. Βρέφος το πέταξαν στο δρόμο. Το μαζέψαμε και το αναθρέψαμε. Ενός έτους το χτύπησαν βάρβαρα κι έμεινε καιρό παράλυτο. Με θεραπεία και αγάπη συνήλθε και έγινε καλά – μόνο το κεφάλι του έμεινε στραβό. Ψάξαμε για σπίτι αλλά η κυρία που είχε αποφασίσει να τον πάρει, το ξανασκέφτηκε. Έτσι έμεινε εδώ.

Όλα αυτά τα διαβάσατε σε αυτό το blog – διαβάστε τώρα και το τέλος της ιστορίας. Σήμερα το μεσημέρι μία γειτόνισσα τον βρήκε χτυπημένο στο πεζοδρόμιο. Τρέξαμε στο γιατρό αλλά ξεψύχησε στο δρόμο.

Τον τελευταίο καιρό έβγαινε στον κήπο αλλά ποτέ δεν απομακρυνόταν από το σπίτι. Ο δρόμος είναι μακριά και δεν είχε λόγο να φτάσει εκεί – ήταν και στειρωμένος. Όμως η μοίρα του ήτανε μαύρη: πρώτα ορφανός, μετά παράλυτος και τώρα νεκρός.

Ποιος αποφασίζει ότι ένας γάτος θα ζήσει 19 χρόνια όπως ο Αλ, που τον κοιμίσαμε βαριά άρρωστο πριν ένα μήνα, ή μόνον ενάμιση χρόνο όπως ο Τέρι;

Wednesday, January 26, 2011

Ανασταίνοντας το Balthazar


Ημερολόγιο ανάγνωσης 5


Πώς γράφεις για ένα μύθο; Μόνο δημιουργώντας έναν άλλο.

Αν θυμάμαι καλά, ήταν παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όταν στην ηλεκτρισμένα ατμόσφαιρα των ημερών κυκλοφόρησε ανάμεσα στους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες ένα νέο. Σαν κρυφό ήταν, σαν αντιστασιακό: «Η Καίη Τσιτσέλη και ο άντρας της ανοίγουν ένα εστιατόριο».

Ήταν αντιστασιακό. Όχι μόνο γιατί το έκαναν δύο άνθρωποι που η Χούντα τους είχε αφαιρέσει τα διαβατήρια (καθηλώνοντάς τους εδώ, πράγμα που ήταν προϋπόθεση για αυτή τη δημιουργία) αλλά διότι έκανε αντίσταση στην χοντροκοπιά της Χούντας. Αντίσταση αρχοντιάς (και μόνο το κτίριο θα αρκούσε), αντίσταση καλού γούστου, αντίσταση φίνας γεύσης. Στο χώρο του, το Balthazar ήταν μία επανάσταση.

Η Καίη, καλή συγγραφέας, άδικα λησμονημένη σήμερα (ίσως γιατί έζησε ανάμεσα σε δύο γλώσσες – έγραφε Αγγλικά στην Ελλάδα) ήταν παράλληλα και ένας πολύ πληθωρικός άνθρωπος. Ανάμεσα στις πολλές της ιδιότητες και το ταλέντο στην μαγειρική. Ο άντρας της πάλι, ο Νίκος Παλαιολόγος, είχε ζήσει πάνω από δέκα χρόνια στην Ανατολή και κόμιζε από εκεί εξωτικές γεύσεις συνήθως πασπαλισμένες με μπόλικο κάρυ.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Το πώς ο Νίκος ερωτεύτηκε ένα σπίτι (το παλιό, ρημαγμένο πια αρχοντικό Πυρρή του 1904) το αναπαλαίωσε και έστησε μαζί με την Καίη το πρώτο θα έλεγα «συμποσιακό» κέντρο της Αθήνας, είναι τμήμα όχι μόνο της γαστρονομικής αλλά και της πολιτισμικής μας εξέλιξης.

Το εστιατόριο το ονόμασαν Balthazar. Η κύρια αναφορά ήταν προς το πιο αισθησιακό μυθιστόρημα του μεταπολέμου, το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Lawrence Durrell και τον ομώνυμο ήρωά του, που δίνει το όνομά του στον δεύτερο τόμο του Κουαρτέτου. Ο Βαλτάσαρ του Ντάρελ, απεικόνιση και Doppelgänger του Καβάφη, είναι φτιαγμένος «κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων». Πραγματικά το εστιατόριο είχε κάτι από τον αισθητισμό και κοσμοπολιτισμό μίας ελληνιστικής Αλεξάνδρειας.

Το θαύμα του Balthazar κράτησε δέκα χρόνια – ως το 1983. Πέρασε μετά σε άλλα χέρια, άλλαξε, έκλεισε. Τώρα όμως ανασταίνεται μέσα από μία εκπληκτική έκδοση τόσο πλούσια και περίτεχνη, όσο ήταν και το φαινόμενο που απεικονίζει. Η Λίλα Παλαιολόγου, κόρη των δημιουργών του, και ο Βαγγέλης Πελέκης έστησαν μνημείον εσαεί. Διαιώνισαν την ιστορία, την ατμόσφαιρα, αλλά κυρίως τις γεύσεις του εστιατορίου σε ένα βιβλίο με τον τίτλο: «Η Κουζίνα του Balthazar, 1973 – 1983» και τον υπότιτλο: «Συνταγές και ιστορίες από ένα εστιατόριο της Αθήνας». (Ένα εστιατόριο – τι ταπεινοφροσύνη! Όσο υπήρχε, ήταν ΤΟ εστιατόριο).

Κάθε μία από τις 330 σελίδες του βιβλίου είναι μία αφηγηματική και εικαστική περιπέτεια. Στην αρχή υπάρχουν κείμενα των δημιουργών και των θαμώνων του Balthazar. Ανάμεσα στις υπογραφές: Καίη Τσιτσέλη, Νίκος Παλαιολόγος, Λίλα Παλαιολόγου, Edmund Keely, Προκόπης Δούκας, Νίκη Καναγκίνη, Francoise Arvanitis, Kerin Hope, Jean Bernier, Ruth Padel, Έρση Σωτηροπούλου, Βαγγέλης Πελέκης. Τα κείμενα δίνουν μία ιδέα της εποχής και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τι ήταν το Balthazar εκείνα τα χρόνια. Όποιος ήταν κάποιος (αλλά και ο κανείς) βρισκόταν εκεί. Συγγραφείς, ζωγράφοι, διπλωμάτες, ακαδημαϊκοί, πολιτικοί, επιχειρηματίες μονομαχούσαν για ένα τραπέζι. Στην σημερινή πολυδιασπασμένη Αθήνα δεν υπάρχει τέτοιο εστιατόριο αναφοράς που να συγκεντρώνει σχεδόν τους πάντες. Η εικόνα της ακμής του φαίνεται στις πρώτες 42 σελίδες της έκδοσης.

Αλλά ουσία του βιβλίου είναι οι συνταγές. Δεν είμαι δυστυχώς αρμόδιος στα γαστρονομικά ώστε να μιλήσω υπεύθυνα γι αυτές – παρόλο που πολλά από τα φαγητά τα είχα απολαύσει εκείνη την εποχή. (Ακόμα καίει ο ουρανίσκος μου από το φοβερό χειροποίητο κάρυ του Νίκου Παλαιολόγου κι ακόμα ευφραίνει τη μνήμη μου η pièce de résistance του μαγαζιού, η πάπια με βύσσινο και κόκκινο λάχανο).

Εδώ χρειάζεται η πένα του Brillat- Savarin ή τουλάχιστον των δικών μας Απίκιου, Δειπνοσοφιστή και Επίκουρου, για να ζωγραφίσουν τις γευστικές αποχρώσεις όλων αυτών των συνθέσεων. Που, ας σημειωθεί, είναι οι περισσότερες πρωτότυπες δημιουργίες. Ακόμα κι όταν πρόκειται για κάποιο κλασικό έδεσμα, μία νότα διαφορετική, ένα νέο συστατικό, μία πρέζα παραπάνω, παραλλάζει την ουσία.

Γεύσεις για τους γευσιγνώστες. Αλλά και ο μη γαστρονόμος θα απολαύσει πριν καν φάγει. Θα απολαύσει οπτικά. Κάθε μία από τις 280 συνταγές εικονογραφείται με σχετικά έργα τέχνης, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, χειρόγραφα σημειώματα. Κάθε σελίδα δεν είναι μόνο μία γευστική αλλά και μία εικαστική περιπέτεια. Ο Ακριθάκης, φίλος του καταστήματος, έχει συμβάλει με δεκάδες σκίτσα και ζωγραφικές, όπως και άλλοι: Τσαρούχης, Ξενάκης, Αργυράκης, Βυζάντιος. Το στήσιμο, η διάταξη και εμφάνιση του βιβλίου είναι ένα σχεδιαστικό και εκτυπωτικό επίτευγμα.


Ωστόσο μέσα στις εκατοντάδες φωτογραφίες του βιβλίου λείπουν δύο βασικές. Το κτήριο και η κεντρική αίθουσα. Αφού ήταν να γράψω για το βιβλίο, σκέφθηκα να συμπληρώσω το κενό. Φορτώθηκα φακούς και μηχανές και πήγα στην γωνία Βουρνάζου και Τσόχα. Είχε ωραία λιακάδα.

Για την κεντρική αίθουσα ούτε συζήτηση – η τέως βίλα Πυρρή ήταν θεόκλειστη. Κατάλαβα όμως και την έλλειψη εξωτερικής φωτογραφίας. Το κτήριο δεν φωτογραφίζεται. Η πρόσοψή του καλύπτεται εντελώς από τα δέντρα και μόνο πλάγιες όψεις ή λεπτομέρειες μέσα από τα κάγκελα μπόρεσα να πάρω. Τις είδατε στην προηγούμενη ανάρτηση.

Να η κρυμμένη πρόσοψη. Ούτε υποψία του κτηρίου.

Γύρισα και δοκίμασα λίγη Μαϊντανοσαλάτα a la Balthazar. Υπέροχη.

Έπαινος λοιπόν ταιριάζει στους ανθρώπους που μόχθησαν και επεξεργάστηκαν ένα τεράστιο υλικό για να μας δώσουν αυτό το μυθικό βιβλίο. Όχι μόνο συνέλεξαν αλλά και δοκίμασαν στην πράξη όλες τις συνταγές. Από ένα εστιατόριο «το τιμιώτερον όλων» που θα έγραφε κι ο Καβάφης, είναι οι γεύσεις. Αυτές τις ανέστησαν.

Έτσι τώρα ο Balthazar μπαίνει στην αιωνιότητα. Από σπίτι σε σπίτι, από κουζίνα σε κουζίνα, οι γεύσεις του θα διαδίδονται και θα κληρονομούνται σε κάθε γενιά. Μπράβο στην Λίλα Παλαιολόγου, τον Βαγγέλη Πελέκη, τις εκδόσεις Ιστός και τον Μανόλη Σαββίδη, που έστησαν αυτό το μνημείο.

________________________________________________________

LiFO 27.1.11

Monday, January 24, 2011

Αναμνήσεις της δεκαετίας 1973-83



Ένα βιβλίο με έφερε 38 χρόνια πίσω. Θα γράψω γι αυτό στην επόμενη ανάρτηση. Πήγα να βρω το χώρο όπου κατοικούσαν οι αναμνήσεις μου.

Ένα παλιό αρχοντικό στους Αμπελοκήπους. Τώρα κλειστό. Την πρόσοψή του την κρύβουν δέντρα. Αλλά μέσα από τα κάγκελα διακρίνεις την αρχοντιά του. Και από το πλάι δείχνει το μεγεθός του. 
Είναι 107 ετών. Περιβαλλόταν κάποτε από ολόκληρο πάρκο με ελάφια και ρυάκια. Ελάφια στους Αμπελοκήπους; Ο ιδιοκτήτης του, μανιώδης χαρτοπαίχτης, έχανε κομμάτι κομμάτι το πάρκο. Πάνε τα ελάφια και τα ρυάκια, έγιναν οικόπεδα, οικίες και μετά πολυκατοικίες.

Την δεκαετία 1973-83 το σπίτι έζησε μία δεύτερη ζωή. Αλλά γι αυτήν σε λίγες μέρες...

Ένα περιστέρι μου γνέφει από το παρελθόν...

Sunday, January 16, 2011

Η χρυσή βροχή


Οι υπέροχες Αλκυονίδες. Τα τελευταία φύλλα του φθινοπώρου μπαίνουν στο φως του χειμώνα σαν βροχή από χρυσά νομίσματα. Μία βόλτα χθες στο πάρκο δίνει αφορμές για αισιοδοξία - κάπου, λίγο φως, έστω και πλάγιο, θα φέρει το δικό του χρυσάφι.

Sunday, January 09, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 4α

Στο blog «Βιβλιοκαφέ» έγινε μία ψηφοφορία για την ανάδειξη των 25 καλύτερων νεοελληνικών πεζογραφικών έργων. Λεπτομέρειες θα βρείτε στην διεύθυνση:

http://vivliocafe.blogspot.com/2011/01/top-25.html
Αντιγράφω τον κατάλογο των πέντε πρώτων και των εννέα που ακολουθούν, για να διατυπώσω μερικές παρατηρήσεις:

«Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου
«Η φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
«Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα
«Η πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη
«Eroica» του Κοσμά Πολίτη

«Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή
«Αστραδενή» της Ευγενίας Φακίνου
«Η μεγάλη χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση
«Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γεώργιου Βιζυηνού
«Το λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη
«Και με το φως του λύκου επανέρχονται» της Ζυράννας Ζατέλη
«Μικρά Αγγλία» της Ιωάννας Καρυστιάνη
«Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη
«Η Ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη.

Το Κιβώτιο (έχω την πρώτη έκδοση με ένα σημαδιακό τυπογραφικό λάθος στη ράχη. Γράφει: ΤΟ ΚΥΒΩΤΙΟ) είναι ένα μυθικό έργο, που έπαιξε ιστορικό ρόλο στην αριστερή στάση και σκέψη. Ως μυθικό βιβλίο συνήθως βγαίνει πρώτο σε τέτοιες ψηφοφορίες. (Το έχω ξαναδεί). Η αλήθεια είναι πως αν το ανοίξει σήμερα ένας απροκατάληπτος καλλιεργημένος αναγνώστης είναι ζήτημα αν θα το αξιολογήσει τόσο ψηλά. (Πολλοί μου έχουν εμπιστευτικά εξομολογηθεί ότι δεν κατόρθωσαν ούτε να το τελειώσουν). Ο συμβολισμός του μοιάζει πρωτόγονος και το ύφος του στρυφνό.

Αντίστοιχα μυθικές είναι και οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ομολογώ ότι τις διάβασα μετά από το αγγλικό τους πρότυπο (το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Λώρενς Ντάρελ) κι αυτό αφαίρεσε πολύ από την αίγλη τους. Ο Ντάρελ είναι πολύ πιο πλούσιος συγγραφέας από τον Τσίρκα. Κουβαλάνε κι αυτές μία ιστορική σημασία για την αριστερά – πράγμα που επηρεάζει την αξιολόγηση.

Ωστόσο η τριλογία είναι ωραία γραφή, κι αξίζει μία θέση μέσα στα πρώτα πεζογραφήματα.

Δεν έχω άποψη για την «Αστραδενή» (δεν την έχω διαβάσει). Ο Καραγάτσης έχει γράψει πολύ καλύτερα βιβλία από την «Μεγάλη Χίμαιρα». Το «Λάθος» του Σαμαράκη είναι ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα με προεκτάσεις. Απαράδεκτο είναι να λείπει ο Καζαντζάκης από τα πρώτα 10 – ο «Καπετάν Μιχάλης» ή ο «Ζορμπάς» είναι σπουδαία βιβλία – κι ας μην είναι της μόδας. Από τον Κοσμά Πολίτη προτιμώ το άγουρο αλλά δυνατό «Λεμονόδασος». Μου λείπουν ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής και ο Μάριος Χάκκας.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σχόλιο με το βιβλίο που θα έβαζα στην πρώτη θέση. Είναι αναμφισβήτητα για μένα «Το Τρίτο Στεφάνι», το μόνο σύγχρονο ελληνικό πεζογράφημα που θα χαρακτήριζα με την λέξη «αριστούργημα». Άψογο, χωρίς μία περιττή φράση και ζωντανό, όπως μόνο η μεγάλη τέχνη μπορεί να είναι διαρκώς ζωντανή.




















Sunday, January 02, 2011

Χρόνια Πολλά...

...σε όλους αλλά και σε αυτό το blog που σήμερα έχει γενέθλια. Ξεκίνησε με άλλο όνομα (nikosdimou) στις 2 Ιανουαρίου 2006. Αντιγράφω το πρώτο μου κείμενο:

Δευτέρα, Ιανουάριος 02, 2006


Καλή Χρονιά με blog


Όπως ο Monsieur Jourdain στην κωμωδία του Μολιέρου "Ο Αρχοντοχωριάτης" μιλούσε χρόνια πρόζα και δεν το ήξερε, έτσι και εγώ έγραφα χρόνια blogs χωρίς να το ξέρω. Πολύ πριν εφευρεθούν τα web logs εγώ ανέβαζα στο site μου (www.ndimou.gr) σύντομα προσωπικά σχόλια και τα ονόμαζα "Επίκαιρα". Υπάρχουν στο site πάνω από εκατό τέτοια posts για όποιον ενδιαφέρεται. Με την μόδα των blogs σκέφθηκα να διπλασιάσω τις ευκαιρίες ανάγνωσης. Έτσι, κάθε σχόλιο που θα εμφανίζεται στα "Επίκαιρα", θα ανεβαίνει και εδώ.


Το τελικό κίνητρο για την απόφασή μου, μου το έδωσε ο (Sir) Tim Berners Lee που αποφάσισε κι αυτός, δεκαπέντε χρόνια αφού επινόησε τον Παγκόσμιο Ιστό, να φτιάξει δικό του blog. Timbl's blog. Διεύθυνση: http://dig.csail.mit.edu/breadcrumbs/blog/4 . Αναγκάστηκε να κλείσει τα σχόλια γιατί κατακλύστηκε από ένα τσουνάμι συγχαρητηρίων.


Ε, αφού η μόδα των blog κέρδισε και τον εφευρέτη όλων μας... πως μπορώ εγώ να αντισταθώ;


Κάποτε είχα ονομάσει τα "Επίκαιρα" "το blog του τεμπέλη" επειδή έγραφα σπάνια και που... Δεν υπόσχομαι τώρα τίποτα περισσότερο - αλλά, να, θα υπάρχω και εδώ.

posted by Nikos Dimou
3:59 μμ
56 comments

 
 
Από τότε γράφτηκαν γύρω στα 550 κείμενα, πάνω από 100.000 σχόλια (56 την πρώτη μέρα!) κι αυτά μόνο τους πρώτους 18 μήνες. Μετά το blog δεν δεχόταν σχόλια. Δε προλάβαινα ούτε να τα διαβάσω. Ακολούθησε μία πολύμηνη διακοπή. Από τον Απρίλιο 2010, που έβαλα μετρητή, είμαστε στις 199.500 επισκέψεις (κι ας μην υπάρχουν σχόλια).
 
 
Χρόνια Πολλά λοιπόν. Πολλά; Δύσκολο. Ας είναι καλά, τουλάχιστον...