Sunday, March 20, 2011

Die im Dunkeln, sieht man nicht...


Για την «Ημέρα της ποίησης».


«Die im Dunkeln, sieht man nicht»
(αυτούς στο σκότος δεν τους βλέπει κανείς).
B. Brecht

Ξέρω, αυτές οι παγκόσμιες «ημέρες» δεν έχουν καμία σημασία – κι ίσως παραμένει η 21 Μαρτίου εαρινή ισημερία και έναρξη της άνοιξης. Ωστόσο οργανώνονται απαγγελίες, γράφονται άρθρα και κείμενα, γίνονται εκδηλώσεις. Οι μεγάλοι μας ποιητές δίνουν ολοσέλιδες συνεντεύξεις και όλοι θυμούνται την ποίηση.

Την ποίηση, ναι. Τους ποιητές;

Εκτός από τους ελάχιστους γνωστούς (ή διάσημους) υπάρχουν πάρα πολλοί ποιητές στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Στο ημίφως είναι εκείνοι που αναγνωρίζονται από τους ομότεχνους, που βρίσκουν εκδότη για την δουλειά τους, που περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και εισπράττουν κριτικές. Το φως της μεγάλης δημοσιότητας δεν το απήλαυσαν ποτέ, αλλά νιώθουν πως η δουλειά τους διαβάζεται, έστω από λίγους και αξιολογείται. Είναι συνήθως καλοί ποιητές, μερικοί μάλιστα πολύ καλοί. Νομίζω πως σε αναλογία έχουμε περισσότερους καλούς ποιητές από πολλά έθνη με μεγαλύτερη λογοτεχνική παράδοση.

Στο σκοτάδι συνωστίζονται εκατοντάδες. Είναι όλοι αυτοί που δεν βρίσκουν εκδότη και προχωράνε σε αυτοέκδοση (υπάρχουν οίκοι που εξειδικεύονται). Μερικοί είναι νέοι και προσπαθούν να βγούνε στο φως. Δύσκολο, αλλά έχουν ελπίδες. Δεκάδες από αυτά τα βιβλία κατακλύζουν κάθε μήνα το γραφείο μου. Φυσικό: δεν έχουν άλλο τρόπο να κυκλοφορήσουν. Στα βιβλιοπωλεία δεν χωράει η ποίηση – άρα μένει το ταχυδρομείο.

Πιο βαθιά στο σκότος είναι αυτοί που δεν έχουν τα μέσα ούτε για αυτοέκδοση. Οι περισσότεροι γράφουν για χρόνια, δημοσιεύουν μόνο σε περιθωριακά έντυπα ή στον επαρχιακό τύπο και έχουν συσσωρεύσει πικρία δεκαετιών.

Υπάρχει ένα περιοδικό με τίτλο «Πνευματική Ζωή». Το είχε ιδρύσει το 1936 ο Μελής Νικολαΐδης, σήμερα το εκδίδει ο Μιχάλης Σταφυλάς. Μου κάνει τη χάρη να μου το στέλνει. Στις υπέρ-εκατό σελίδες του συμπυκνώνεται όλο το παράπονο των αγνοημένων. Στο τελευταίο τεύχος ο εκδότης γράφει μία ανοιχτή επιστολή στον υπουργό Πολιτισμού. Ανάμεσα σε άλλα αναφέρει ότι το Υπουργείο, είτε για τις βραβεύσεις είτε για τις συντάξεις, αγνοεί τους συγγραφείς που ζουν στην επαρχία ή που «βγάζουν με έξοδά τους βιβλία χωρίς αναγνωρισμένο εκδότη». (Και έτσι είναι). Αυτούς τους συγγραφείς και κυρίως τους ποιητές, φιλοξενεί το περιοδικό και η «Διαρκής Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» που δημοσιεύεται εκεί σε συνέχειες από χρόνια.

Διαβάζω και συναντώ δεκάδες εντελώς άγνωστα ονόματα. Βέβαια η ποιότητα του υλικού σπάνια είναι επαρκής – αλλά τι διάβολο! Κι ένας μέτριος ποιητής έχει τη στιγμή του και πρέπει να την εκφράσει.

Σκέπτομαι λοιπόν, για την ημέρα της ποίησης, όλους αυτούς τους άδοξους ποιητές και βέβαια ο νους μου πάει στον (καθόλου άδοξο, τώρα) Καρυωτάκη και την πολύ γνωστή Μπαλάντα του:

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν• τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.


Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι


Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»



Saturday, March 05, 2011

Ο παιγνιώδης Σεφέρης

Οι ποιητές μας είναι συνήθως άνθρωποι σοβαροί και κόσμιοι. Με το χιούμορ, το παιχνίδι και τον ερωτισμό δεν έχουν καλές σχέσεις. Τα παραστρατήματα μερικών προσπαθούμε να τα ξεχνάμε. Π. χ. Την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, κάτι Εικονοστάσια (όχι και τόσο) Αγίων του Γιάννη Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη. Δεν αναφέρω τον Μέγα Ανατολικό του Εμπειρίκου γιατί αυτός ούτε σάτιρα είναι ούτε παίγνιον, αλλά βιβλίο με πρόθεση σπουδαία, κοσμοθεωρητική.

Ο πρέσβης Γεώργιος Σεφεριάδης έδινε σε όσους τον πλησίαζαν την εντύπωση ανθρώπου σοβαρού και μάλλον μελαγχολικού. Αλλά και το alter ego του, ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έγραφε λυρική ποίηση σκοτεινή, στα όρια του τραγικού.

Όμως μέσα στα μάτια του βαρύθυμου ανατολίτη έπαιζε μία κρυφή σπίθα που αντιστεκόταν στη μοίρα, στο αξίωμα, ακόμα και στη μεγαλοαστική καταγωγή του. Ο Σεφέρης ήταν μέσα του και αισθησιακός και φιλοπαίγμων. Και ευτυχώς η σύντροφός του Μαρώ δεν έπασχε από σύνδρομα σεμνοτυφίας (όπως εκείνη η άθλια κυρία Μπάιρον που παρέδωσε στις φλόγες το αριστουργηματικό – κατά τις ομολογίες των φίλων του- ημερολόγιό του). Συναίνεσε να εκδοθούν μετά θάνατον και τα πιο τολμηρά του στιχουργήματα.

Έτσι, παράλληλα με τον γνωστό μας Σεφέρη, υπάρχει και ο άλλος, που οι περισσότεροι αγνοούν. Βρίσκεται κυρίως σε τρία βιβλία: στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’ (1976) , στο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά (1992) και στα Εντεψίζικα (έκδοση εκτός εμπορίου, Λέσχη του Δίσκου, 1989). Τα ποιήματα και των τριών αυτών συλλογών δεν έχουν συμπεριληφθεί στην βασική έκδοση «Ποιήματα», πράγμα που για ορισμένα (ιδίως από το Τετράδιο) είναι σοβαρή παράλειψη. Ακόμα ψήγματα αυτού του άλλου Σεφέρη υπάρχουν διάσπαρτα στα ημερολόγιά του και σε μερικές συλλογές – π. χ. οι αναφορές στον Μαθιό Πασχάλη:

Βερίνα μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
Και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα []

(«Γράμμα του Μαθιού Πασχάλη», από το Τετράδιο Γυμνασμάτων – 1928)

Πουθενά δεν είναι τόσο εμφανής η συνύπαρξη των δύο πλευρών του ποιητή από όσο στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ποιήματα, γραμμένα στο ίδιο μέρος, τις ίδιες μέρες, για το ίδιο θέμα. Το ένα είναι το πασίγνωστο «Τελευταίος Σταθμός». Το αδελφό σατιρικό του αντίστοιχο είναι το λιγότερο γνωστό (αλλά για τούτο πιο σημαντικό) «Το Απομεσήμερο ενός Φαύλου». Γραμμένα και τα δύο στην Ιταλία όταν η εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση περίμενε την έγκριση των Άγγλων για να επιστρέψει στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Παραθέτω το δεύτερο, ως ιδιαίτερα επίκαιρο. (Τα «Νάφια» είναι ιδιωματική απόδοση των NAAFI, καταστημάτων των Άγγλων ένστολων – πηγή για τους Έλληνες μαυραγορίτες).

Το απομεσήμερο ενός φαύλου

Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να 'ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί.

Τα στερνοπαίδια και τ' αποσπόρια
και τ' αποβράσματα και τ' αποφόρια
μιας μάχης που ήτανε γι' άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.


Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά -
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου•
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:


το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα•
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά

σ' αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.


Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί


στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ -
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.


(Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944).

Από τα πιο δυνατά σατιρικά ποιήματα της λογοτεχνίας μας, θυμίζει πως ο σατιρικός είναι ένας πληγωμένος και οργισμένος λυρικός. (Π. χ. Καρυωτάκης). Και βέβαια εδώ ο ποιητής δεν είναι παιγνιώδης, αλλά σαρκαστικός. Μόνο οι αφελείς συγχέουν τη σάτιρα με το χιούμορ – το δεύτερο τέρπει, η πρώτη μαστιγώνει και πονάει.

Γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης: «Μία μελέτη που θα καταπιανότανε συστηματικά με τον σατιρικό Σεφέρη, οπωσδήποτε θα φρόντιζε ξεκινώντας να διακρίνει τους βασικούς όρους: ευτραπελία, χιούμορ, ειρωνεία, σάτιρα – κάθε κατηγορία εικονογραφημένη με αντίστοιχα παραδείγματα από το ποιητικό μα και το πεζογραφικό του έργο».

Ευτράπελα θα ήταν τα «λιμερίκια» (Σεφερική απόδοση των αγγλικών πεντάστιχων limericks) είτε παιδικά και αθώα, είτε σκαμπρόζικα. Χιούμορ υπάρχει στις παρωδίες, στα ποιήματα προς τον Τάκη Παπατζώνη ή σε αυτά για την κυρία Ζεν. Σάτιρα άφθονη σε όλα τα σχολιαστικά. Στην Λεωφόρο Συγγρού Β΄ το 1935 ο Σεφέρης τολμάει ένα εξοντωτικό σχόλιο για την ελληνική παλινόρθωση. (Θυμηθείτε: ήταν δημόσιος υπάλληλος!). Ονειρεύεται ότι πολεμούσαμε τους Αιθίοπες, που μας νίκησαν, και μας έστειλαν βασιλιά:

Κι έφτασε ο βασιλιάς στις Τζιτζιφιές με φτερά και με γένια σγουρά, πολύ μελαψός, ο Ρας Πουπουναμπί.
Στον ώμο του καθόταν μία κοκκινόκωλη μαϊμού, δεμένη με χρυσή καδένα στο κουμπί
του σακακιού του, και με το ζερβί του χέρι κρατούσε ένα πράσινο παπαγάλο –
κι ήταν ξιπόλητος, κι εμείς ξιπόλητοι φωνάζαμε: «Δόξα και δύναμη στο βασιλιά μας το μεγάλο!»


Ώσπου φτάσαμε στο γνωστό «Από βλακεία» του 1968:

Ελλάς – πυρ! Ελλήνων – πυρ! Χριστιανών – πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Μία ιδιαίτερη κατηγορία είναι τα «άσεμνα» (τουρκιστί εντεψίζικα – edebsiz: αδιάντροπος, αναίσχυντος.). Τα περισσότερα είναι πανέξυπνα – ένα είναι αριστουργηματικό. Πρόκειται για την (αισχρότατη) παρωδία του Ερωτόκριτου σε διάλεκτο Κορνάρου. Πολύ θα ήθελα να την παραθέσω εδώ αλλά δεν γίνεται. Πρώτα γιατί αριθμεί 65 στίχους και δεύτερο γιατί θα μπορούσε να συγκινήσει εισαγγελείς. Περιορίζομαι στο σεμνότερο κομμάτι, τον επίλογο της Νένας μετά την αφήγηση της Αρετούσας:

Αλίμονο! Σε γάμησε!... Πως θα μανιάσει ο Κύρης,
σα μάθει πως ο Ρωτόκριτος σου ’γινε νοικοκύρης
κι εμπήκε και σε τρύγησε κάτω απ’ τον αφαλό σου.
Αχ! μαγειρεύγου’ βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου’!

______________________________________________

Περιοδικό "Δέντρο", τ. 179-180, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη