Sunday, September 17, 2017

Ο Συγγρός και η «κατσίκα του γείτονα».

Από αυτή την Κυριακή το doncat μετακομίζει στο "Βήμα της Κυριακής". Φυσικά θα δημοσιεύεται κι εδώ. Μετά 30 χρόνια ο συγγραφέας του επιστρέφει.


Ο Συγγρός και η «κατσίκα του γείτονα».

Στα «Απομνημονεύματα» του (τόμος τρίτος, σελ 153 – εκδ. «Εστία») ο Ανδρέας Συγγρός γράφει ότι στις επιχειρηματικές δοσοληψίες δεν τον απασχολούσε ποτέ το τι θα κέρδιζε ο άλλος από την συναλλαγή – «αλλά τι πρόκειται να κερδίσω εγώ εκ της εργασίας του». Και το έβρισκε «ελάττωμα σχεδόν γενικόν» στην Ελλάδα, το να αναλώνονται οι «συναλλαττώμενοι» στο να ανακαλύψουν τι θα κερδίσει ο άλλος.

«Πολλάκις, φθάνοντες εις υπερβολάς υπολογισμών του αλλοτρίου κέρδους, εν τούτω τω συλλογισμώ, απορρίπτουσι την συναλλαγήν, ήτις δύναται να είναι ωφελιμωτάτη και εις τον απορρίπτοντα».

Δηλαδή: προκειμένου να μην κερδίσει ο άλλος κάτι παραπάνω, ακυρώνω την συναλλαγή, παρόλο που θα ήταν «ωφελιμότατη» και για μένα.

(Όχι – δεν θέλω εγώ δύο κατσίκες, αλλά να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα!).

Το 1854 ο οξυδερκέστατος Εντμόν Αμπού (Edmond About, 1828-1885), που έζησε δύο χρόνια στην Αθήνα κι έγραψε τις εντυπώσεις του, είχε απορήσει για το γεγονός ότι κανένας Έλληνας δεν έλεγε καλή κουβέντα για τον άλλο – ακόμα κι αν ήταν πολύ σημαντικός.

«Στους Έλληνες [ ] η αγάπη της ισότητας εκφράζεται συχνά με λυσσαλέο μίσος εναντίον όσων ανέρχονται ή κατέχουν… [ ] Ρωτείστε έναν Έλληνα για τους μεγάλους άνδρες της χώρας του, δεν θα πιάσει έναν στο στόμα του χωρίς να τον λερώσει. Ο τάδε πρόδωσε, ο δείνα έκλεψε…[ ] Δεν υπάρχει ένας Έλληνας που να τυγχάνει εκτίμησης στον τόπο του». (La Grèce Contemporaine - Μετάφραση Μ. Ι. Βόλαρης, 2014)

Έγραψε ο Στέλιος Ράμφος στο βιβλίο του «Time out» ότι το κυρίαρχο συναίσθημα στην σημερινή νεοελληνική κοινωνία είναι ο φθόνος. Αλλά όχι μόνο στην σημερινή – όπως φαίνεται από τον Συγγρό ή τον Αμπού. Και  ο ίδιος ο Ράμφος στο επόμενο βιβλίο του: «Πολιτική από στόμα σε στόμα» γράφει ότι το κακό ξεκίνησε, «μετά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό» (σελ.241). Τότε άρχισε το πέρασμα από την λογική στο συναίσθημα. 

Το να φτάσουμε στον σημερινό λαϊκισμό που δοξολογεί και εκμεταλλεύεται τον φθόνο, το μίσος, την διάκριση, ήταν θέμα φυσικής εξέλιξης…

Ο φθόνος είναι ο σκόρος της κοινωνίας. Κατατρώγει και διαβρώνει τα πάντα: και τους φθονούντες και τους φθονούμενους. Αναστέλλει κάθε δημιουργική προσπάθεια. Και μας καθηλώνει.


Ο Ανδρέας Συγγρός δεν σκέπτονταν καν την κατσίκα του γείτονα. Γι αυτό απέκτησε πλούτη αμύθητα κι εμείς νοσοκομεία, σχολεία, άλση, λεωφόρους, θέατρα, μουσεία, ιδρύματα, μέγαρα. Ας μοίρασε όμως όλα όσα είχε κερδίσει - τον φθόνο δεν τον γλύτωσε. 

Το λήμμα του στην ελληνική Βικιπαίδια υιοθετεί αστήρικτες κατηγορίες και δεν περιέχει ούτε μία καλή κουβέντα. Μοναδικές κρίσεις: «Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο, ενώ ο Τύπος της εποχής, χρυσοκάνθαρο. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του».

Thursday, September 07, 2017

Η ανάγκη της αρνητικής κριτικής



«Γιατί δεν κρίνονται τα βιβλία;»

Έτσι τελειώνει την σύντομη επιστολή του προς την «Καθημερινή» ο αναγνώστης της αρχιτέκτων, Νίκος Καλαβριάς. (Δημοσιεύθηκε στις 6.9.17). Στο γράμμα του παραπονιέται ότι, όποτε ακολούθησε «τις έντυπες συστάσεις βιβλιοκριτικών», απογοητεύτηκε. Και παρατηρεί πως πρόκειται για «ανώδυνα άρθρα στο πνεύμα όχι της ουσιαστικής κριτικής αλλά της ‘παρουσίασης’». Θυμάται τις «αυστηρές αλλά δίκαιες κριτικές ενός Απόστολου Σαχίνη» και αναρωτιέται: «Πώς θα αναδειχθεί το καλό από το μέτριο».

Με άλλα λόγια επισημαίνει κάτι γνωστό (στους επαΐοντες) και σωστό. Την παντελή απουσία  αρνητικής κριτικής – της κριτικής που επικρίνοντας και κατακρίνοντας ένα βιβλίο, επισημαίνει τις αδυναμίες και έμμεσα απεικονίζει τα κριτήρια του καλού. 

Πραγματικά, αν κάναμε μία στατιστική των βιβλίων που φιλοξενούνται στις σελίδες ή τα ένθετα των εντύπων θα συναντούσαμε σχεδόν αποκλειστικά θετικές γνώμες. Ενώ προφανώς δεν έπαψαν να υπάρχουν μέτρια ή και άθλια βιβλία, που μάλιστα πιθανότατα είναι και τα περισσότερα.

Η πρώτη απάντηση που θα πάρετε διατυπώνοντας την σχετική απορία είναι απλή: «Γιατί να ασχολείται κανείς με ασήμαντα βιβλία όταν δεν προλαβαίνει καν να αναδείξει τα σημαντικά;»

Πραγματικά στην Ελλάδα κυκλοφορούν κάθε χρόνο αρκετές χιλιάδες νέα βιβλία – τα περισσότερα λογοτεχνικά, ελληνικά και ξένα. Πόσες είναι οι στήλες της κριτικής; Αν στις εφημερίδες προσθέσουμε και τα (ελάχιστα πια) ειδικά περιοδικά δεν θα αθροίσουμε περισσότερα από 500 δημοσιεύματα το χρόνο. Που σημαίνει πως, στην καλύτερη περίπτωση, ούτε το 10% των νέων βιβλίων δεν θα απασχολήσουν τις στήλες της κριτικής. 

Και βέβαια τα κριτήρια επιλογής του 10% δεν θα είναι αμιγώς αξιοκρατικά. Οι προσωπικές σχέσεις του συγγραφέα, οι δημόσιες σχέσεις του εκδοτικού οίκου, και άλλα εξωλογοτεχνικά κριτήρια θα παίξουν σημαντικό ρόλο.

Πού να βρεθεί λοιπόν χώρος για τα μέτρια και κακά βιβλία;

Και όμως, χωρίς την αρνητική κριτική δεν διαμορφώνονται κριτήρια, δεν ακονίζεται η αξιολόγηση, δεν καλλιεργείται το γούστο του κοινού. Ιδιαίτερα σημαντική θα ήταν η αρνητική κριτική σε καταξιωμένους συγγραφείς όταν ξεστρατίζουν και «αμαρτάνουν». Αλλά ποιος τολμάει να θίξει ιερούς άσπρους ελέφαντες; Κάτι που κάνουν (μετά μανίας) οι αλλοδαποί κριτικοί στα ξενόγλωσσα έντυπα που διαβάζω.

Εμείς κι εδώ ακολουθούμε την νεοελληνική αρχή της «μη-αξιολόγησης»... Που σιγά σιγά διαβρώνει όλη μας τη ζωή.

Tuesday, September 05, 2017

Μία συνέντευξη ...ποταμός και το "Βιβλίο των Γάτων"

Στο Τρίτο Πρόγραμμα, στον Δαυίδ Ναχμία, εκπομπή "Τιμής Ένεκεν", τρείς ώρες σε δύο δόσεις (2 και 9 Σεπτεμβρίου, ώρα 13). Θα υπάρξουν σύνδεσμοι κι εδώ. Ιδού ο πρώτος:

CLICK

και ο δεύτερος:

CLICK
;


Χρωστάω από καιρό ένα σύνδεσμο. Αλλά μόλις σήμερα τον πληροφορήθηκα χάρη στον "Λύκο της Στέπας" (Steppenwolf). 

Το "Βιβλίο των Γάτων" παρουσιάστηκε στον ΙΑΝΟ την 1η Ιουνίου. Η εκδήλωση (μετά μουσικής) υπάρχει εδώ: CLICK